Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2005

Χριστός Ανέστη (και μια απάντηση)

Image Hosted by ImageShack.us

Μεγάλο Σάββατο. Μας βάλανε στο λεωφορείο γύρω στις 9 το βράδυ. Τριάντα ναύτες με στολές παρελάσεως και τα όπλα στα χέρια. Άσπρη ζώνη, γκέτες και το καλό καπέλο -το δεύτερο. Γυαλισμένοι, ξυρισμένοι. Τηλεγραφητές στον Παλάσκα τους τελευταίους τρεις μήνες. Όλη μέρα μαζί στα θρανία, στις αγγαρείες, στις σκοπιές. Τσακωμοί κι αγάπες, νεύρα και συντροφικότητα, κλάματα και γέλια Σε τρεις μέρες έβγαιναν οι μεταθέσεις. Άλλοι στα αντιτορπιλικά και άλλοι στην πλατεία Κλαυθμώνος. Την επομένη, ανήμερα του Πάσχα έπρεπε να σερβίρουμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους άλλους επίσημους και θα έπρεπε να ξυπνήσουμε από τις 5 το πρωί. Πρώτα όμως θα έπρεπε να πάμε ως τιμητικό άγημα σε μια εκκλησία. Στο Χαϊδάρι ήταν; Δεν θυμάμαι. Το πούλμαν έφτασε στο ναό, σβήσαμε τα τσιγάρα, βγήκαμε και παραταχτήκαμε στον περίβολο του ναού με τα όπλα παρά πόδας. Ο κόσμος άρχισε να έρχεται φορώντας τα καλά του . Οικογένειες, ζευγάρια, γριούλες μόνες τους. Τα παιδιά μας κοιτούσαν με θαυμασμό. Μια απάτη είναι γλυκά μου, θα το καταλάβετε άμα μεγαλώσετε. Στην Κύπρο, που έπρεπε να ματώσουμε... Τα πόδια αρχίζουν να μουδιάζουν κι εμείς πότε κάναμε «παρουσιάστε», πότε «παρά πόδας». Δεν θυμάμαι πότε κάναμε «παρουσιάστε» - μάλλον όταν ερχόταν κάποιος επίσημος. Η Ανάσταση πλησίαζε κι εμείς ήμασταν με τα όπλα στα χέρια. Ποιος μαλάκας τα έχει επινοήσει αυτά τα κόλπα; Ο παπάς λέει το «Χριστός Ανέστη», ο αξιωματικός φωνάζει «παρουσιάστε αρμ». Κανείς δεν του έδωσε σημασία γιατί υποσυνείδητα λειτούργησε η δύναμη της συνήθειας τόσων χρόνων. Αρχίσαμε να φιλάμε ο ένας τον άλλον, οι γραμμές διαλύθηκαν και τα όπλα χτυπούσαν μεταξύ τους - φιλιόντουσαν κι αυτά.

«Χριστός Ανέστη».
«Αληθώς ο Κύριος».
«Άντε και καλοί πολίτες».
«Καλοί πολίτες ρε συ».

Ο αξιωματικός γύρισε να μας κοιτάξει και κόντεψε να τρελαθεί. Τριάντα ναύτες να φιλιούνται μεταξύ τους.

«Τι κάνετε εκεί ρε μαλακισμένα; Στις θέσεις σας γρήγορα! Παρουσιάαααστεεεε αρμ!»

Εντάξει, παρουσιάσαμε. Μετά τον φιλήσαμε κι αυτόν.





Για τους φίλους Κύπριους φοιτητές

Το ανωτέρω κείμενο είναι ένα μικρό απόσπασμα από ένα αρκετά μεγάλο κείμενο που ήταν αφιερωμένο στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Ήταν οι σκέψεις του ναύτη –εγώ ή άλλος δεν έχει σημασία- για την Κύπρο. Το ονοματεπώνυμο που υπήρχε στο φόρουμ που το διαβάσατε, είναι το ονοματεπώνυμό μου. Είχα στείλει με μέιλ το κείμενο στην πλήρη του μορφή, σε έναν Κύπριο φοιτητή που σπουδάζει στο Λονδίνο και διαβάζει το ιστολόγιό μου. Δεν του το έστειλα για να το δημοσιεύσει, αλλά του άρεσε τόσο που το «ανέβασε» στο φόρουμ. Μετά από μέρες μου έστειλε ένα μέιλ για να με ενημερώσει και μου ζήτησε να μπω στο φόρουμ για να διαβάσω τα σχόλια που έκαναν οι χρήστες. Ήταν πραγματικά συγκινητικά, αλλά του ζήτησα να το «κατεβάσει», γιατί δεν ήταν στις προθέσεις μου να το δημοσιεύσω, αν και το αγαπώ πολύ. Στους λόγους δεν θέλω να αναφερθώ -όποιος το διάβασε, ίσως καταλαβαίνει. Ευχαριστώ για τον καλό το λόγο και καλή πρόοδο.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
θα πάρω μονοπάτια…


Φτώχεια καταραμένη! (και μια παράκληση)

Free Image Hosting at www.ImageShack.us

Το περασμένο Σάββατο, με εννέα συναυλίες σε ισάριθμες πόλεις του πλανήτη, καλλιτέχνες και πολίτες αποφάσισαν να δώσουν τέλος στη φτώχεια του Τρίτου Κόσμου. Το σύνθημα που κυριάρχησε ήταν «Κάντε τη φτώχεια παρελθόν και τον πλούτο μας παρόν». Μεγάλη επιτυχία είχε η συναυλία του Λονδίνου, του Παρισιού και της Φιλαδέλφειας, ενώ στο Βιλαμπάχο τραγουδάνε ακόμα. Στη Μόσχα δεν υπήρξε μεγάλη προσέλευση θεατών, γιατί οι Ρώσοι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει φτώχεια και παρέμειναν στα χαρτόκουτά τους.

Στις συναυλίες πήραν μέρος φτωχοί μουσικοί όπως ο Πολ Μακ Κάρτνει, ο Έλτον Τζον, οι U2 και η Μαντόνα. Στο μεγάλο αυτό μουσικό γεγονός τιμήθηκε επίσης η επέτειος των 20 χρόνων από το πρώτο Live Aid, που μπορεί να μην τάισε τους Αφρικανούς, αλλά όσοι καλλιτέχνες είχαν συμμετάσχει σ’ αυτό, ήταν τότε πιο φτωχοί από σήμερα –άρα, η φτώχεια τους έγινε παρελθόν!

Τους φτωχούς εκπροσώπησε ο Μπιλ Γκέιτς, που έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από το πλήθος στο Λονδίνο και παραλίγο να κηρύξει την επανάσταση, αλλά δεν πρόλαβε γιατί είχε επαγγελματικό ραντεβού. Τα ρούχα του ήταν μπαλωμένα, αλλά καθαρά, κι αποδείχτηκε έτσι πως «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά». Ο Γκέιτς είπε πως «πρέπει να έχουμε Αγάπη και Ειρήνη πάνω στον πλανήτη που φέρει το όνομα ‘Γη’». Είπε ακόμα πως «η φτώχεια είναι κακό πράμα», «πάνω απ’ όλα η υγεία» και «έχει ο Θεός» και αυτό συγκίνησε τον Μπόνο που έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά του, αλλά κατά βάθος ήθελε να του πάρει το πορτοφόλι. Η Μαντόνα από τη μεριά της δήλωσε πως έχει σπουδάσει γαλλική φιλολογία, μιλάει οκτώ γλώσσες, παίζει πιάνο και, πως αν τελικά κερδίσει τα καλλιστεία του ΑΝΤ1, θα αφιερώσει τη ζωή της στα παιδάκια που πεινάνε. Οι καλλιτέχνες κατηγόρησαν τους Αφρικανούς που δεν έχουν ψωμί να φάνε και εξέφρασαν την απορία «γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι;».

Στην Ελλάδα έγινε μεγάλη συναυλία στο Ρομέο στην οποία τραγούδησε η Χρύσπα και ο Ροναλντίνιο. Εμφάνιση-έκπληξη έκανε ο Γιώργος Κιμούλης που ερμήνευσε a capella το «Κυρά Γιώργαινα ο Γιώργος σου που πάει;», ενώ την παράσταση έκλεψε ο Γιώργος Νταλάρας στο μονόλογο του Άμλετ από τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Τους φτωχούς Ελληνοαφρικανούς εκπροσώπησε ο Σωκράτης Κόκκαλης, που είπε πως «η φτώχεια θέλει καλοπέραση και το μουνί φτιασίδι» και αποθεώθηκε.

Άντε τώρα σε 20 χρόνια πάλι! Χωρίς φτωχούς επιτέλους! Του πούστη –δεν θα έχουν πεθάνει μέχρι τότε;



Τα «ΝΕΑ» αφού έδωσαν το πρώτο χτύπημα στη φτώχεια με το λευκό βραχιόλι, ετοιμάζονται να της δώσουν και το οριστικό νοκ άουτ. Αυτήν την Παρασκευή μαζί με τα «ΝΕΑ» προμηθευθείτε το λευκό προφυλακτικό και το λευκό σερβιετάκι. Την επόμενη εβδομάδα, κανονικά πάλι, το λευκό DVD.



Ευχαριστώ τους κυρίους που ανεβάζουν τα κείμενά μου στα φόρουμ στα οποία συμμετέχουν. Την περασμένη εβδομάδα δεν πίστευα στα μάτια μου, μιας και οι αναδημοσιεύσεις έφτασαν σε αριθμό ρεκόρ. Το γεγονός με χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί με αυτόν τον τρόπο τα κείμενα μου φτάνουν σε ακόμα περισσότερους αναγνώστες. Επίσης, έχοντας απενεργοποιήσει τα σχόλια στο ιστολόγιό μου, μπορώ να βλέπω στα φόρουμ σας –τουλάχιστον αυτά που πέφτουν στην αντίληψή μου- τις αντιδράσεις στα όσα γράφω. Τώρα, εκτός από τα «αστεία» κείμενα, «ανεβάζετε» και τα «σοβαρά» - αυτό με χαροποιεί διπλά. Θα ήθελα όμως να παρακαλέσω τους λίγους –ελπίζω- κυρίους, που δεν αναφέρουν την πηγή των κειμένων που «ανεβάζουν» στα φόρουμ, να μην το επαναλάβουν. Σε ένα τουλάχιστον φόρουμ που έπεσε στην αντίληψή μου, ο κύριος που παρουσίασε το κείμενό μου σαν δικό του, μάλλον έγινε ρεζίλι από κάποιον άλλο χρήστη. (Φίλε ατύχησες – αυτό που «ανέβασες» είχε δημοσιευτεί.) Επίσης ευχαριστώ τους φίλους που μου έστειλαν μέιλ, αναφέροντας πως σε δυο εφημερίδες κι ένα περιοδικό διάβασαν αποσπάσματα από κείμενά μου, με την ένδειξη «το βρήκαμε στο Internet». Δεν σκοπεύω να αντιδράσω, μιας και ούτως ή άλλως εγώ γράφω για το κέφι μου. Αφήστε που η οικονομική κατάσταση πολλών εντύπων είναι τραγική και άρα σε αυτές τις περιπτώσεις η λαθραία αναδημοσίευση των κειμένων μου, ας θεωρηθεί μια κοινωνική προσφορά του πιτσιρίκου στην …έντρυπη δημοσιογραφία. Ευχαριστώ άπαντες.

(Χρωστάω και μιαν απάντηση στους Κύπριους φοιτητές –σε πρώτη ευκαιρία.)

Κυριακή, Ιουλίου 03, 2005

Στην πόρτα σύρμα για κλειδί

Free Image Hosting at www.ImageShack.us


Πλησίαζε ο Δεκαπενταύγουστος και όλη η παρέα ήταν στην Κύθνο.
«Πάμε κι εμείς για τρεις μέρες;» με ρώτησε η Μ.
«Να πάμε, αλλά που θα βρούμε δωμάτιο; Δεν θα υπάρχει τίποτα».
«Κάτι θα βρούμε. Αν δεν βρούμε, θα στριμωχτούμε με τα παιδιά ή θα μείνουμε στο Μιχάλη. Το πολύ-πολύ να περιμένουμε να κλείσει το μπαρ του Νίκου και να κοιμόμαστε πάνω στη μπάρα».
Φύγαμε μεσημέρι Παρασκευής και σε τρεις ώρες ήμασταν στο Μέριχα. Το ταξί ήταν ναυλωμένο κι έτσι πήραμε το λεωφορείο για τα Λουτρά. Ο ένας πάνω στον άλλον και ο οδηγός να έχει πιάσει την κουβέντα με ένα φίλο του. Δεν κοιτούσε τον δρόμο. Οι γκρεμοί έχασκαν δεξιά κι αριστερά κι αυτός εξηγούσε στον νεοαφιχθέντα φίλο του ποιος είναι ο σωστός τρόπος να ρίξεις παραγάδι. Στη Χώρα το λεωφορείο έκανε στάση. Κατέβηκαν μερικοί επιβάτες, ενώ δυο αμερικανίδες –μάλλον μάνα και κόρη- έμοιαζαν αναποφάσιστες, γιατί δεν ήξεραν αν είχαν φτάσει στον προορισμό τους ή όχι. Ήταν όρθιες δίπλα στην πόρτα και κοιτούσαν σαν χαμένες δεξιά κι αριστερά, περιμένοντας κάποιος να τους πει που βρισκόμασταν. Ήταν όλοι αποχαυνωμένοι από τη ζέστη και δεν τους έδινε κανείς σημασία. Κάποια στιγμή ο οδηγός γυρνάει και τους λέει εκνευρισμένος :
«Γκόου ή θα κάτσετε;».
Όλοι ξέσπασαν σε γέλια κι αυτές, που δεν καταλάβαιναν τίποτα, έγιναν κατακόκκινες και κατέβηκαν βρίζοντας από το λεωφορείο.

Σε ένα τέταρτο ήμασταν στα Λουτρά. Τα παιδιά μας περίμεναν. Δυστυχώς το μόνο διαθέσιμο κατάλυμα ήταν ένα δώμα πάνω από το μίνι μάρκετ. Πήγαμε να το δούμε. Μια γριούλα μας οδήγησε ως εκεί, προειδοποιώντας μας να μην περιμένουμε πολλά πράγματα. Εντάξει δεν περιμέναμε και τίποτα σπουδαίο, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω που είχαν κρύψει τις κότες, που σίγουρα κούρνιαζαν εκεί πριν το κάνουν ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Είχε δυο παλιά ντιβάνια ενωμένα και ένα νιπτήρα. Α ναι είχε και μια καρέκλα με τρία πόδια. Παράθυρο πουθενά. Όλα αυτά σε 12 τετραγωνικά μέτρα. Η πόρτα φυσικά ήταν σπασμένη και δεν είχε κλειδαριά αλλά σύρμα.
«Γιατί σφάξατε τις κότες; Δεν γεννούσαν;» ρώτησα τη γιαγιά.
«Ποιες κότες;» ρώτησε αθώα.
Πήγα να της πω πως αυτό το δωμάτιο αντί για τοίχους θα έπρεπε να έχει κοτετσόσυρμα, αλλά η Μ. με πρόλαβε.
«Είναι ό,τι πρέπει και μας κάνει. Θα το πάρουμε», είπε στη γερόντισσα.
«Εγώ λέω να το αγοράσουμε καλύτερα, για να μην ψάχνουμε τελευταία στιγμή άλλη φορά», είπα σοβαρά-σοβαρά.
«Λυπάμαι γιε μου, αλλά δεν το πουλάμε» πετάχτηκε η γιαγιά.
«Σας καταλαβαίνω απόλυτα. Κι εγώ αν ήμουν στη θέση σας δεν θα το πουλούσα. Το μπάνιο που είναι;».
«Εδώ έξω».
Βγήκαμε «εκεί έξω» και είδαμε τον ουρανό, τη θάλασσα και τα γύρω σπίτια.
«Δηλαδή που;», ρώτησα ξανά.
Μου έδειξε μια αποθηκούλα, ένα επί ένα με ύψος ενάμισι μέτρο, που ήταν σε απόσταση οκτώ μέτρων από το «δωμάτιο».Φυσικά για πόρτα ούτε λόγος να γίνεται. Ένα παλιό πλαστικό τραπεζομάντιλο με σχέδια –λουλουδάκια, γαλοπούλες, κοτούλες κι αρνάκια.
«Να εδώ!», μου λέει με χαρά.
Σκύβω σιγά-σιγά από φόβο μην πεταχτεί κάνα θηρίο και με φάει και κοιτάω μέσα στο «μπάνιο». Μια λεκάνη χωρίς καπάκι και μια βρύση τοίχου. Και μάκα βέβαια . Για καζανάκι ούτε λόγος βέβαια.
«Μη σας το χαλάσουμε, κρίμα είναι» είπα κοιτώντας τη Μ. με τρόμο.
«Συγγνώμη γιαγιά αλλά που θα κάνουμε μπάνιο;» πήρε πρωτοβουλία η Μ. «Εκεί μέσα δεν χωράμε ούτε καθιστοί».
«Να εδώ δίπλα έχει ένα βαρέλι. Θα σας δώσω ένα κατσαρολάκι και θα ρίχνετε νερό ο ένας στον άλλον εδώ έξω. Νέα παιδιά είστε, τι πειράζει να σας βλέπουν από τα γύρω σπίτια;» είπε η γιαγιά χαμογελώντας πλατιά κι επιδεικνύοντας μας τα υπέροχα ούλα της που τόση ώρα ήταν κρυμμένα κάτω από το μουστακάκι της.
Πήγα να της πω πως είμαι επιδειξίας και γουστάρω τρελά την όλη φάση, αλλά η Μ. το πήρε χαμπάρι και με σκούντηξε λέγοντας παράλληλα στη γιαγιά:
«Όλα εντάξει. Θέλετε να σας δώσουμε κάποια χρήματα μπροστά;».
Α, θα πληρώναμε κιόλας; Εγώ νόμιζα πως ήταν κάποιο πειραματικό πιλοτικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά προγράμματα που αφορούσε τη ζωή στις Κυκλάδες τον 18ο αιώνα.
Η γιαγιά μας εμπιστευόταν και δεν ήθελε χρήματα μπροστά. Ξαφνικά ένιωσα πολύ ανώτερος άνθρωπος και βρήκα ξανά την αυτοπεποίθησή μου.
Αφού «τακτοποιηθήκαμε», λέω στη Μ. :
«Θα βγούμε έξω η θες να μείνουμε μέσα;».

Σε δυο λεπτά ήμασταν στο μπαρ του Νίκου και πλακωθήκαμε στα ποτά για να ξεχάσουμε. Πίναμε μέχρι τις 5 τα ξημερώματα και αν δεν έκλεινε το μπαρ, δεν θα πηγαίναμε για ύπνο. Η σκέψη να γυρίσουμε στο δωμάτιο, μας είχε κάνει υπέρμετρα κοινωνικούς. Τέλος πάντων πήγαμε για ύπνο. Ήταν αδύνατο να κλείσουμε μάτι γιατί έκανε απίστευτη ζέστη και δεν έμπαινε αέρας από πουθενά. Κοιμήθηκα δυο ώρες και ξύπνησα λούτσα στον ιδρώτα. Ένιωσα μια φοβερή νοσταλγία για το Παγκράτι και βγήκα έξω. Πλησίασα την «τουαλέτα» αλλά φοβήθηκα να πάω και πολύ κοντά. Η γιαγιά δεν είχε φέρει ακόμα το κατσαρολάκι. Έβαλα το κεφάλι μου μέσα στο βαρέλι με το νερό και μετά πήρα τους δρόμους. Ήπια καφέ στο καφενείο μαζί με τους ψαράδες. Τους περισσότερους τους ήξερα από προηγούμενες επισκέψεις στο νησί – με είχαν πάρει μερικές φορές μαζί τους για ψάρεμα. Αρχίσαμε να πίνουμε μπύρες και ούζα και σε δυο ώρες είχα γίνει λιάδα. Σύρθηκα ως το δωμάτιο. Η Μ. κοιμόταν ακόμα. Τα σώμα της ήταν ιδρωμένο και τα σεντόνια μουσκεμένα. Ξύπνησε μετά από λίγο. Φορέσαμε τα μαγιό μας, βγήκαμε στην ταράτσα και αρχίσαμε να ρίχνουμε μπουγέλα ο ένας στον άλλον. Πήγαμε στο μπαρ του Νίκου για καφέ και πρωινό και μετά πήγαμε για μπάνιο στο Σχοινάρι. Εκεί εγώ έριξα έναν ωραιότατο υπνάκο κάτω από ένα αρμυρίκι και ξύπνησα μόνο όταν τα παιδιά με πέταξαν στη θάλασσα.

Επιστρέψαμε στο δωμάτιο αργά το απόγευμα και η κατάσταση με τη ζέστη ήταν τραγική. Ξαπλώσαμε για λίγο στο κρεβάτι με τα αλάτια χωρίς καμιά διάθεση να πλυθούμε στην ταράτσα και προσπαθήσαμε δια της ακινησίας να πείσουμε τους εαυτούς μας πως δεν έτρεχε τίποτα. Έτρεχε όμως ο ιδρώτας! Η Μ. ήταν γυμνή κι εγώ με το σώβρακο. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο σύζυγος της σπιτονοικοκύρισσας! Πίσω του ήταν τρεις ξανθιές τουρίστριες . Η Μ. κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή και χώθηκε ολόκληρη κάτω από το σεντόνι. Αφού στάθηκαν και οι τέσσερις εκεί που τελείωνε το κρεβάτι ο παππούς είπε :
«Να μπούμε; Μήπως ενοχλούμε;»
«Τι είναι αυτά που λέτε;» του λέω ψύχραιμα. «Εμείς μήπως σας ενοχλούμε; Να πάμε μια βόλτα και να ξανάρθουμε;»
«Όχι», μου λέει, «θα κάτσεις εδώ».
«Καλά, ό,τι πείτε».
Προσπαθούσα να καταλάβω γιατί ο μπάρμπας μπούκαρε ξαφνικά στο δωμάτιο με τις τρεις ξανθιές, αλλά δεν έβγαζα συμπέρασμα. Ήμουν δε με το σώβρακο. Τα πράγματα τελικά ήταν απλά.
«Θέλω να δείξω στις κοπέλες το δωμάτιο γιατί μόλις φύγετε θα το πάρουν αυτές».
Τις ζηλεύω σκέφτηκα να του πω αλλά κρατήθηκα.
«Μπορώ να τους δείξω το δωμάτιο;» συνέχισε ο παππούς.
«Ελεύθερα» του λέω και περιμένω να δω τι θα κάνει.
Άπλωσε τα χέρια του και τους είπε :
«Αυτό είναι το δωμάτιο».
Τα κορίτσια κοιτούσαν απορημένα γιατί δεν καταλάβαιναν Χριστό.
«This is the room», μούγκρισε η Μ. κάτω από τα σεντόνια με την ελπίδα πως θα ξεκουμπιστούν κάποια στιγμή, αλλά δεν ακούστηκε καθαρά. Οι κοπέλες και ο παππούς κοίταξαν με απορία προς το μέρος της.
«This is the room» επανέλαβα εγώ.
«Δεν είναι τίποτα σπουδαίο» είπε ο παππούς.
«It’ s not something special», εγώ.
«Αλλά είναι φτηνό», ο παππούς
«But, it’s cheap», εγώ.
Πάνω που ήμουν έτοιμος να πω την τιμή του δωματίου χωρίς να περιμένω τον παππού για να γλιτώσουμε χρόνο, τον ακούω να λέει τη διπλή τιμή απ’ αυτήν που είχε πει η γυναίκα του σε εμάς.
«Είστε σίγουρος;» τον ρωτάω. «Μήπως εννοείτε για δυο μέρες;».
«Τη δουλειά μου δεν ξέρω;» μου λέει με ύφος. «Πες τους στ’ αγγλικά!».
«Μάλιστα». Τώρα με διέταζε κιόλας.
Τα κορίτσια κοιτούσαν μια αυτόν μια εμένα απορημένα. Η μια ήταν πολύ όμορφη. Ψηλή με όμορφο σώμα και γλυκό χαμόγελο.
«Where do you come from?» τις ρωτάω.
«Sweden» και οι τρεις με μια φωνή και χαμογελώντας.
«Γιάι έλσκερ ντάι (σε αγαπάω)» τους λέω και ξεσπάνε σε γέλια.
«Τι τους είπες;» με ρωτάει η Μ. κάτω από τα σεντόνια.
«Πως σκότωσα τον Όλαφ Πάλμε».
«Και γιατί γελάνε;»
«Είναι αναίσθητες».
«Τι λένε;» ρωτάει κι ο παππούς. «Θα το πάρουν το δωμάτιο;».
«Θα το πάρουν, μόνο αν δεχτείτε να κοιμηθείτε μαζί τους. Δέχεστε;».
«Με κοροϊδεύεις;» μου λέει ο μπάρμπας εκνευρισμένος.
«Όχι, αλλά πρέπει κάπως να δικαιολογήσω την τιμή του δωματίου».
«Ό,τι και να γίνει, θα το πάρουν το δωμάτιο. Δεν υπάρχουν ελεύθερα δωμάτια στα Λουτρά μέχρι την Πέμπτη».
«Κάτω τα μονοπώλια!» πετιέται η Μ. κάτω από το σεντόνι.
Λέω στις Σουηδέζες την τιμή και κουνάνε καταφατικά το κεφάλι. Γλυκά τα κορίτσια του Βορρά –άδολα κι αθώα. Η πιο κοντή δοκιμάζει με το χέρι της το στρώμα.
«Πονάω!» ακούγεται η φωνή της Μ. κάτω από τα σεντόνια.
Χαιρετάνε κάνουν μεταβολή και φεύγουν. Η Μ. βγάζει το κεφάλι της από το σεντόνι. Κοιταζόμαστε και γελάμε μέχρι δακρύων. Μετά βγαίνουμε με τα μαγιό στην ταράτσα κι αρχίζουμε να πλένουμε ο ένας τον άλλον –με το κατσαρολάκι. Φυσικά μας βλέπουν όλοι από τα γύρω σπίτια. Όσοι είναι στο λόφο, αμφιθεατρικά. Δεν περνάνε πέντε λεπτά κι εμφανίζεται ο παππούς θυμωμένος όσο δεν παίρνει.
«Τα νερά βγαίνουν από κάτω!».
«Που από κάτω;».
«Στο μίνι μάρκετ!».
«Συγγνώμη δεν το ξέραμε. Δεν μας το είπε κανείς. Να μην πλυθούμε;».
«Φτάνει! Όσο πλυθήκατε, πλυθήκατε!».
Δεν μπορούσε να είναι καμιά πενηνταριά χρόνια νεότερος, σκέφτηκα. Θα τον έβαζα στο βαρέλι και θα του έκανα πατητές.

Το βράδυ μετά το φαγητό πάλι στο μπαρ του Νίκου. Ήταν και οι Σουηδέζες εκεί, που αλλού να πήγαιναν; Τις κέρασα τρία ποτά από συμπόνια για το κακό που τις περίμενε. Ευχαρίστησαν κι έκατσαν μαζί μας. Η ψηλή ήταν παίδαρος. Παίξαμε γιαντζί και γίναμε ντίρλα από το ποτό. Ήταν εντελώς χαζοχαρούμενες –ο τύπος του ανθρώπου που εκτιμώ.

Το πρωί πλήρωσα τον παππού, μαζέψαμε τα πράγματά μας, τα αφήσαμε στο μπαρ του Νίκου και πήγαμε στο Σχοινάρι για μια τελευταία βουτιά πριν φύγουμε για την Αθήνα. Εκεί που καθόμασταν κάτω από το αρμυρίκι, βλέπω τον παππού να κατεβαίνει όλο φούρια το δρομάκι που οδηγούσε στην παραλία.
«Δεν τον πλήρωσες;», με ρώτησε έντρομη η Μ.
«Με το παραπάνω. Τόση πολυτέλεια πρέπει να επιβραβεύεται».
«Και τότε τι θέλει;».
Ο παππούς είχε φτάσει από πάνω μας και ήταν πολύ εκνευρισμένος.
«Που είναι αυτές;»
«Ποιες;»
«Οι ξένες! Αυτές που νοίκιασαν το δωμάτιο»
«Γιατί ρωτάτε εμένα;»
«Εσύ έκανες τη συμφωνία».
«Πάτε καλά; Ποια συμφωνία;».
«Χτες στο δωμάτιο. Εσύ μιλούσες μαζί τους!».
«Εσείς δεν μου είπατε να τους μεταφράσω;».
«Εσύ τους είπες να πάρουν τα σεντόνια;».
«Ναι, τους είπα πως όποια κοιμάται σ’ αυτά τα σεντόνια πιάνει αρσενικό παιδί».
«Με δουλεύεις;».
«Ναι».

Ο παππούς έφυγε βρίζοντας και άρχισε να ψάχνει στην παραλία. Λίγο μετά ανακάλυψε τις Σουηδέζες. Δεν τις είχα δει. Ήταν γύρω στα 80 μέτρα δεξιά μας. Είχαν στρώσει τα σεντόνια του δωματίου στην άμμο κι έκαναν ηλιοθεραπεία. Πάλι καλά που δεν είχαν κουβαλήσει και τα ντιβάνια. Ο παππούς άρχισε να τραβάει τα σεντόνια, ενώ αυτές ήταν ξαπλωμένες και έβριζε σαν λούστρος. Δεν έχω ακούσει ποτέ λούστρο να βρίζει, αλλά που λέει ο λόγος. Άρχισαν κι αυτές να φωνάζουν κι έγινε ο χαμός. Όλοι οι λουόμενοι επευφημούσαν και χειροκροτούσαν. Ο παππούς τις έσπρωχνε, αυτές έσπρωχναν τον παππού –ήταν πάρα πολύ ωραία. Η ψηλή τα είχε πάρει στο κρανίο. Αν του έχωνε καμιά μπούφλα, θα ήταν σίγουρα νοκ ντάουν. Τέλος πάντων τους πήρε τα σεντόνια κι έφυγε βρίζοντας.

Το απόγευμα στο Μέριχα είμαστε όλοι αραγμένοι σε ένα ζαχαροπλαστείο και τσακίζουμε μπακλαβάδες και γαλακτομπούρεκα, παίζοντας τάβλι και περιμένοντας το καράβι. Η Μ. ξεφυλλίζει την εφημερίδα. Ξαφνικά λέει :

«Μαλάκες, πέθανε ο θείος μου!».

Μας φύγανε οι μπακλαβάδες, τα γαλακτομπούρεκα και τα ζάρια. Χτυπιόμασταν από τα γέλια. Ήταν απίστευτο αλλά η αναγγελία ενός θανάτου ακούστηκε σαν το πιο αστείο πράγμα στον κόσμο. Η Μ. γελούσε κι αυτή. Μετά έκλαψε λίγο. Σταματήσαμε να γελάμε όταν ήρθε το καράβι. Ήταν γεμάτο ασφυκτικά. Κάτω από την καμινάδα ήταν ένα ωραίο πόστο και περιέργως δεν υπήρχε ψυχή.

«Μάγκες εδώ», τους λέω σίγουρος πως έχω βρει το καλύτερο πόστο για το ταξίδι.
Στρώσαμε τα σλίπιν μπαγκ και ξαπλάραμε. Ανοίξαμε και το κασετόφωνο, αγοράσαμε και μπύρες –χλιδή. Με το που βγήκε το πλοίο από το λιμάνι, το πρώτο κύμα που συναντήσαμε, ήρθε κι έσκασε πάνω μας, κάνοντάς μας λούτσα από την κορφή ως τα νύχια. Το κασετόφωνο καταστράφηκε. Νόμιζα πως θα πεθαίναμε από τα γέλια. Δεν κουνήσαμε ρούπι και μέχρι τον Πειραιά μετρήσαμε όλα τα κύματα του Αιγαίου πάνω μας. Όταν φτάσαμε ήμασταν σαν ναυαγοί μετά από διάσωση. Όπως πρέπει δηλαδή.

(Στη γλυκιά Bibi – και η μοναδική αναγνώστρια να ήσουν, θα άξιζε τον κόπο- καλές διακοπές)

Πέμπτη, Ιουνίου 30, 2005

...άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά

... Πριν κλείσουμε το μπαρ ντανιάζαμε τις καρέκλες στις βεράντες και περιέργως όλοι το έκαναν με κέφι. Έλεγα δυνατά μια στροφή από τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και μετά την επαναλαμβάναμε όλοι μαζί παρέα. Σε μικρή ηλικία είχα αποστηθίσει και τις 158 στροφές του ύμνου για να κάνω το χατίρι στον φωτισμένο Δάσκαλό μου Πορφύριο Πανδή και θυμόμουν τις περισσότερες απ’ αυτές. Μεγάλη επιτυχία ανάμεσα στο προσωπικό του μπαρ είχε η 11η στροφή και την τραγουδούσαν όλοι με οίστρο :

'Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

Αυτή η στροφή σκορπούσε ενθουσιασμό σε όλους και τη ζητούσαν με επιμονή. Στο τέλος του καλοκαιριού την ήξεραν απέξω. Κατέληξα στο συμπέρασμα πως αυτό συνέβαινε επειδή όλοι ταυτίζονταν με την αδικημένη Ελλάδα του ποιητή και έβλεπαν σ’ αυτήν τον εαυτό τους. Οι άντρες μάλλον θυμόντουσαν κάποια γκόμενα που τους παράτησε ή κάποιον κολλητό που τους πούλησε και οι κοπέλες κάνα τύπο που τους είχε υποσχεθεί γάμο και την έκανε. Εκεί όμως που τα έδιναν όλα ήταν στην 60η στροφή :

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Το περίεργο ήταν πως δεν τραγουδούσαν μόνο οι Έλληνες αλλά και οι αλλοδαποί που δούλευαν στο μπαρ. Ο Μισέλ από τη Γαλλία, η Στέλλα από το Κέμπριτζ, η Μέτε από τη Δανία τραγουδούσαν τσάτρα πάτρα μαζί μας χωρίς να γνωρίζουν βέβαια ελληνικά. Δεκαπέντε άνθρωποι από διαφορετικές χώρες μαζεύαμε καρέκλες και τραπέζια στις τεσσεράμισι το πρωί τραγουδώντας τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν. Τέτοιο σουξέ ο Σολωμός, ούτε στον ύπνο του δεν το είχε δει. Κάποιες φορές, για να μη βαριούνται τον επαναλαμβανόμενο ρυθμό, άλλαζα τη μουσική κι επένδυα τους στίχους με τη μουσική του Βαμβακάρη στη Φραγκοσυριανή, μετατρέποντας έτσι τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν σε χασάπικο. Νομίζω πως είναι πιο ωραίος έτσι. Δοκιμάστε το και θα δείτε. Οπωσδήποτε ήταν ασέβεια αυτό που κάναμε και σίγουρα οφείλουμε στο Σολωμό μεγάλο μέρος της ελληνικής γλώσσας που μιλάμε σήμερα, αλλά έχει γράψει τόσες αρλούμπες ο Νιόνιος στο συγκεκριμένο ποίημα που πατσίζαμε. Ειδικά μετά την 70η στροφή πρέπει να είχε αρχίσει να βαριέται άσχημα, γιατί μόνο έτσι εξηγούνται όλα αυτά τα ελληνοχριστιανικά που έγραψε. Η πολλή Ελευθερία μάλλον θα τον είχε κουράσει, ενώ σίγουρα ρόλο θα έπαιξε και το γεγονός πως το ποίημα ήταν παραγγελία και δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Πάντως ακόμα και στην πίσω μεριά των φύλλων των ημερολογίων τοίχου βρίσκεις καλύτερα στιχάκια από το :

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Πολλές φορές τα πιτσιρίκια έμεναν μέχρι να κλείσουμε. Περίμεναν τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν όπως τα δώρα τα Χριστούγεννα και τραγουδούσαν πιο δυνατά απ’ όλους μας. Μόνο στο Γιάννη δεν άρεσε το τραγούδι μας. Δεν συμμετείχε ποτέ και ξίνιζε μάλιστα τα μούτρα του. Όχι από σεβασμό στο Σολωμό βέβαια, που αμφιβάλλω αν ήξερε ποιος είναι, αλλά επειδή οτιδήποτε είχε να κάνει με τη χαρά και την ψυχή, του ήταν εντελώς ακατανόητο. Η γνωριμία μου μαζί του με βοήθησε μερικά χρόνια αργότερα να καταλάβω τι συνέβαινε στον Κώστα Σημίτη. Ήταν σαν να έβλεπα το Γιάννη. Απλά το μαγαζί του Σημίτη ήταν λίγο πιο μεγάλο...

Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2005

Μια Πόλη Μαγική

Image Hosted by ImageShack.us

Το 1963 έπαιζα βιολί στην επιθεώρηση «Μια Πόλη Μαγική» στο θέατρο «Παρκ» . Ήταν η σύμπραξη του Θεοδωράκη με τον Χατζιδάκι και ερχόταν μετά από δυο μεγάλες προσωπικές τους επιτυχίες – της «Όμορφης Πόλης» και της «Οδού Ονείρων» αντίστοιχα. Η σκηνοθεσία ήταν του Μιχάλη Κακογιάννη και τα σκηνικά του Μίνου Αργυράκη. Την ορχήστρα διηύθυνε ο Χρήστος Λεοντής και τη χορωδία ο Μάνος Λοΐζος. Ήταν μαγική στιγμή και όσοι παρακολούθησαν αυτήν την παράσταση δεν θα ξεχάσουν ποτέ την ερμηνεία του Μπιθικώτση στο «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά», σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, αλλά και το βιρτουόζικο παίξιμο του Γιώργου Ζαμπέτα.

Υπήρχαν δυο μέρη στην παράσταση και ο κάθε συνθέτης είχε το δικό του. Ο Χατζιδάκις ήθελε να κάνει εντύπωση στην έναρξη του δικού του μέρους και στις πρόβες επέμεινε πολύ σ’ αυτό. Μας είχε ανεβάσει (όλους του μουσικούς) πάνω σε ένα βαγόνι τρένου. Κάποιοι έσπρωχναν το βαγόνι για να βγει στη σκηνή, εμείς παίζαμε μια εισαγωγή και ακουγόταν η φωνή του Μάνου που έλεγε μελαγχολικά : «Καλησπέρα σας. Λέγομαι Μάνος Χατζιδάκις. Γεννήθηκα στην Ξάνθη και ζω στην Αθήνα». Δεν του άρεσε. Ξανά πίσω το βαγόνι και πάλι από την αρχή. «Καλησπέρα σας. Λέγομαι Μάνος Χατζιδάκις. Γεννήθηκα στην Ξάνθη και ζω στην Αθήνα». Ούτε τη δεύτερη φορά του άρεσε ο συγχρονισμός. Παίζαμε και ξαναπαίζαμε την εισαγωγή και οι άνθρωποι που έσπρωχναν το βαγόνι είχαν αρχίσει να κουράζονται. Το κάναμε γύρω στις σαράντα φορές, ο Μάνος δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος και τα νεύρα όλων είχαν σπάσει. Κάποια στιγμή που το βαγόνι τσούλαγε, εμείς παίζαμε βαριεστημένα πια την εισαγωγή και ο Μάνος έλεγε : «Καλησπέρα σας. Λέγομαι Μάνος Χατζιδάκις. Γεννήθηκα στην Ξάνθη και ζω στην Αθήνα», πετάχτηκε κάποιος μουσικός –ο Ζαμπέτας ήταν ή μήπως ο πιανίστας; - και είπε : «Εμάς θα μας συνέφερε να είχε συμβεί ακριβώς το αντίθετο». Σκάσαμε όλοι στα γέλια – και ο Μάνος βέβαια. Ωραία χρόνια, τι τα θες;


Αν αντέχετε τις δυνατές συγκινήσεις και θέλετε να δείτε ποιος άλλος blogger που γνωρίζετε, ήταν μαζί μου στην ορχήστρα, παίζοντας μάλιστα φλάουτο, πατήστε εδώ.

Περήφανοι γκέι τιμημένες λεσβίες

Free Image Hosting at www.ImageShack.us


Στον Όμηρο και τον Αισχύλο, που πρωτοέγραψαν έτσι για το θέμα



Γκέι περηφάνια


Με φεστιβάλ γκέι περηφάνιας στην πλατεία Κλαυθμώνος και πορεία στο κέντρο της Αθήνας οι ομοφυλοφιλικές οργανώσεις τίμησαν το Σάββατο την Ημέρας Γιορτής και Διεκδίκησης, με αφορμή την 36η επέτειο από τα επεισόδια του Stonewall Inn, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης, κατά τις επιδρομές αστυνομικών σε στέκια ομοφυλοφίλων, στις 27 Ιουνίου 1969.


Η συγκέντρωση

Το φεστιβάλ έγινε υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων, του ΥΠΕΧΩΔΕ και της WWF, ενώ χορηγοί ήταν το Ίδρυμα Κόκκαλη, ο μακεδονικός χαλβάς και το ούζο Τσάνταλη . Η πορεία ξεκίνησε από το Πεδίο του Άρεως και κατέληξε στην αμερικάνικη πρεσβεία, με ενδιάμεσους σταθμούς το Ζάλογγο και τη Μύκονο. Στην κορυφή της πορείας ήταν η σημαία του Πολυτεχνείου, το λάβαρο της Αγίας Λαύρας και η Bibi Bo. Η παρουσία της αστυνομίας ήταν διακριτική και οι συλλήψεις δεν ξεπέρασαν τις έξι χιλιάδες. Τα συνθήματα που κυριάρχησαν ήταν «Κάντε έρωτα, όχι παιδιά» και «Βάλτε ένα γκολ να γίνει της πουτάνας».


Η πορεία


Στο ύψος της Μαλακάσας ομάδα αναρχικών προσπάθησε να παρεισφρήσει στην πορεία αλλά αποκρούστηκε από το μπλοκ των οικοδόμων και την κακοσμία του ιδρώτα. Στα διόδια Σχηματαρίου οι διαδηλωτές μοίρασαν στους οδηγούς φυλλάδια για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, προφυλακτικά, τσελεμεντέδες και σάμαλι. Μπροστά στη Βουλή οι διαδηλωτές τάισαν τα περιστέρια και τους τσολιάδες, ενώ στη συνέχεια ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος κατέθεσε στεφάνι στον Άγνωστο γκέι Στρατιώτη και κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή για τα θύματα του Σάμινα, της Χιροσίμα και των στιλιστικών παρεμβάσεων του Βασίλειου Κωστέτσου. Η πρόεδρος της Βουλής Άννα Μπενούδα Ψαράκη δέχτηκε αντιπροσωπεία των ομοφυλοφίλων που αποτελούνταν από δυο στρέιτ, ένα ψηφοφόρο του Συνασπισμού, έναν εκπρόσωπο του μεσαίου χώρου κι έναν περαστικό και συζήτησε μαζί τους για το μεσανατολικό, το φαινόμενο της παλίρροιας και την πρόωρη εκσπερμάτιση. Έξω από τη Βουλή οι διαδηλωτές συνέχιζαν τη διαμαρτυρία τους με αναπαράσταση του βλάχικου γάμου και το κάψιμο του Ιούδα , ενώ δεν παρέλειψαν να τραγουδήσουν τον Εθνικό Ύμνο, το τροπάριο της Κασσιανής και το «A far l'amore comincia tu». Μετά το πέρας των συνομιλιών οι διαδηλωτές έκαναν πικνίκ στο Βασιλικό Κήπο, όπου τάισαν τις πάπιες και τους ελέφαντες και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν στην αμερικάνικη πρεσβεία μέσω της πλατείας Κολωνακίου. Στο Da Capo βρισκόταν ο διακεκριμένος ποινικολόγος Αλέξης Κούγιας, που χαιρέτισε την πορεία πιάνοντας ιπποτικά τον καβάλο του, σκορπίζοντας παράλληλα θύελλα ενθουσιασμού στους αποκαμωμένους διαδηλωτές, που εν τω μεταξύ είχαν βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που βγήκαν στους δρόμους για να δηλώσουν πόσο περήφανοι είναι που τα έχουν με το Μήτσο και όχι με τη Σούλα. Από περηφάνια όμως συνέχισαν να περπατάνε και στο ύψος της πλατείας Μαβίλη ομάδα νεαρών λεσβιών νοσοκόμων οπαδών του Παναθηναϊκού δέχτηκε επίθεση από νεαρούς αμφισεξουαλικούς αθίγγανους οπαδούς του Ολυμπιακού με αποτέλεσμα να χρειαστεί η επέμβαση των ειδικών γκέι δυνάμεων των ΜΑΤ που έκαναν περιορισμένη χρήση δακρυγόνων και πατσουλί. Οι νεαροί ετράπησαν σε φυγή στους γύρω δρόμους και βρήκαν την ευκαιρία να την κάνουν για τα σπίτια τους ώστε να γλιτώσουν τον υπόλοιπο ποδαρόδρομο. Οι υπόλοιποι συνέχισαν προς την αμερικάνικη πρεσβεία, αλλά πέρασαν από μπροστά της χωρίς να την πάρουν είδηση, αφενός επειδή είχαν κουτουρντίσει από το λιοπύρι και αφετέρου επειδή δεν είχαν ξανακάνει πορεία και δεν ήξεραν που είναι. Όταν έφτασαν στο Μαραθώνα κατάλαβαν πως κάτι δεν πάει καλά και γύρισαν πίσω. Ρωτώντας δεξιά κι αριστερά έφτασαν στην πρεσβεία, αλλά ο πρέσβης είχε δεξίωση και δεν μπορούσε να τους δεχτεί. Αυτό τους έκανε έξαλλους κι άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ , στην περμανάντ και στον Μολώχ της ασφάλτου που κρύβεται στο πέταλο του Μαλιακού. Το λόγο πήρε η Τζένη Χειλουδάκη που είπε πως η επιστολή του Ζαχαριάδη από τις φυλακές της Κέρκυρας δεν στήριζε το Μεταξά, αλλά την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Η Πάολα και η Τζέσικα τα πήραν στο κρανίο, απειλώντας να αποχωρήσουν μαζί με το μπλοκ των τρανσέξουαλ και χρειάστηκε η επέμβαση του Γιώργου Καρατζαφέρη, που εσχάτως στηρίζει το γκέι κίνημα, διαβάζει Καβάφη και αισθάνεται άνετα με τις ευαισθησίες του, τη θηλυκή του πλευρά και το Rexona. Ο κ. Καρατζαφέρης θύμισε στους παρευρισκόμενους το «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος - όλοι οι σκύλοι μια γενιά» που είχε πει το ’52 ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στο γκέι πλήθος που δεν του σηκώθηκε η τρίχα επειδή είχε κάνει χαλάουα. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέκος Αλαβάνος πρότεινε η πορεία να κατευθυνθεί στη χωματερή των Άνω Λιοσίων και στο Τσέρνομπιλ, ενώ οι λεσβίες αντιπρότειναν να μπαρκάρουν όλοι για τη Λέσβο για να καταθέσουν στεφάνι στη Σαπφώ που ως γνωστόν ήταν η μόνη λεσβία στην Ελλάδα όλους αυτούς τους αιώνες κι αυτό αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο. Τελικά επικράτησε η πρόταση του όλου ΠαΣοΚ και της Αλόμα και η πορεία κατευθύνθηκε στην πλατεία Κλαυθμώνος με μια στάση στην Εθνική Πινακοθήκη για κατούρημα. Οι διαδηλωτές τραγουδούσαν το «Περνά-περνά ο ναύτης του Αιγαίου» και το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», ενώ μπροστά στην προτομή της Αλίκης Βουγιουκλάκη τραγούδησαν το «ντε βρε γαϊδαράκο ντε» και το «Crazy, crazy girl» της Λάσκαρη, θέλοντας να την πικάρουν, αλλά η Αλίκη ήξερε πως το τραγούδι το είπε η Αλέκα Κανελίδου, και πως η Λάσκαρη απλά ανοιγόκλεινε το στόμα της, και γι’ αυτό δεν αντέδρασε.


Το πάρτι


Στην πλατεία Κλαυθμώνος οι διαδηλωτές παρακολούθησαν μια συζήτηση ανάμεσα στον σεξολόγο Θάνο Ασκητή και στον μοναχό ασκητή Σεξολόγο της μονής Βατοπεδίου που είχε θέμα τη σχέση της ομοφυλοφιλίας με τους θριαμβευτές της Πορτογαλίας, τους θριαμβευτές του Κιέβου και τους απογόνους των Μακεδονομάχων στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου. Ακολούθησε συναυλία με τον Χοσέ Καρέρας και την Κατερίνα Σνάιντερ που μάγεψαν το κοινό με τις εξαίσιες μελωδίες τους, όπως λέει και αυτή η κυρία στο πολιτιστικό ρεπορτάζ του Mega, που δεκαπέντε χρόνια τώρα για όποιον και να μιλάει, μας λέει πως «μάγεψε το κοινό με τις εξαίσιες μελωδίες του», με αποτέλεσμα να το λέω κι εγώ, γιατί όσο να ‘ναι έχω επηρεαστεί. Τη συναυλία διαδέχτηκαν παραδοσιακοί γκέι ρυθμοί και τραγούδια όπως το «Y.M.C.A.» και το «Να ‘τανε το ‘21» και το κέφι καλά κρατούσε μέχρι που εμφανίστηκε ο Αλέξης Κούγιας.


Πως χάλασε το πάρτι

Ο διακεκριμένος ποινικολόγος πήρε το μικρόφωνο και ξεμπρόστιασε τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο κατηγορώντας τον ευθέως πως είναι στρέιτ. Το πλήθος σιώπησε και κρατούσε την ανάσα του, μην πιστεύοντας τα όσα άκουγε. Ο Βαλλιανάτος οργισμένος του ζήτησε να πάρει πίσω τη συκοφαντία, λέγοντας πως δεν γεννήθηκε ο άνθρωπος που θα τον αποκαλέσει «στρέιτ», αλλά ο Κούγιας επέμεινε στην κατηγορία που εξαπέλυσε και πρόσθεσε μάλιστα πως ο Βαλλιανάτος έχει οικογένεια στο Τρίνινταντ και δυο εξώγαμα στη Χιλή. Ο Βαλλιανάτος δεν κρατήθηκε και άρχισε να γρονθοκοπεί τον Κούγια, με αποτέλεσμα αδελφές και παλικάρια να γίνουνε μαλλιά κουβάρια, αλλά ευτυχώς εκείνη την ώρα περνούσε ένας εφοπλιστής φίλος του Κούγια με το υπερωκεάνιό του και τον φυγάδευσε στη Νήσο του Πάσχα, αφού βέβαια πρώτα έκαναν μια στάση στον Ευαγγελισμό για να βάψουν τα μαλλιά του Αλέξη που ήταν μες στην άσπρη ρίζα. Κάπου εκεί το πάρτι διαλύθηκε, γιατί όπως καταλαβαίνετε, μετά από αυτές τις φοβερές αποκαλύψεις, το κλίμα είχε βαρύνει πολύ και η περηφάνια είχε πάει περίπατο. Άντε και του χρόνου.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2005

Όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά!!!

Free Image Hosting at www.ImageShack.us

(με το δίκιο τους επιμένουν οι αγρότες)

Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά

Free Image Hosting at www.ImageShack.us

Θυμάμαι το ’57 που ήμουν με τη Μελίνα, τον Τζούλι και τον Καζαντζάκη στις Κάνες για την πρεμιέρα της ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (Celui qui doit mourir). Ο Καζαντζάκης δεν ήταν καθόλου καλά («έφυγε» μερικούς μήνες αργότερα) κι έμεινε με την Ελένη στο ξενοδοχείο, ο Τζούλι είχε ραντεβού με Αμερικανούς παραγωγούς για τη διανομή της ταινίας, κι έτσι βρεθήκαμε με τη Μελίνα στο μπαρ του Carlton. Τα Kir Royal διαδέχονταν το ένα το άλλο και η Μελίνα μου διηγήθηκε ένα πολύ αστείο περιστατικό που είχε συμβεί το 1949 στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, όταν υποδυόταν την Μπλανς Ντιμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς.

Η παράσταση κόντευε να τελειώσει και η ηθοποιός που υποδυόταν τη νοσοκόμα που εμφανίζεται με το γιατρό στην τελευταία σκηνή της ταινίας, για να πάρουν τη Μπλανς, δεν είχε πάει στο θέατρο. Δύσκολα χρόνια τότε (εμφύλιος κι αναταραχές) και δεν ήταν σπάνιο να απουσιάζουν κάποιοι ηθοποιοί από κάποια παράσταση για διάφορους λόγους. Ο Κουν δεν ήξερε τι να κάνει. Ανάμεσα στους θεατές διέκρινε την Κυβέλη να παρακολουθεί την παράσταση και έστειλε κάποιον να τη φωνάξει. Της εξήγησε την κατάσταση και της ζήτησε να παίξει αυτή το ρόλο. Φυσικά η Κυβέλη ήταν πασίγνωστη ηθοποιός, αλλά και σύζυγος του Γεωργίου Παπανδρέου, και το κοινό θα έμενε έκπληκτο αν την αντίκριζε να παίζει το ρόλο της κομπάρσου. Η Κυβέλη δέχτηκε για να διευκολύνει τον Κουν, αλλά δεν είχε τι να φορέσει γιατί το κοστούμι της άλλης ηθοποιού δεν ήταν στα μέτρα της. Άλλη η μόδα στην Αθήνα της δεκαετίας του ’40 κι άλλες οι ενδυματολογικές απαιτήσεις της νοσοκόμας στον αμερικάνικο νότο. Αποφάσισαν να βγει στη σκηνή με τα ρούχα που φορούσε. Ο Κουν της εξήγησε πως έπρεπε να πλησιάσει τη Μελίνα –Μπλανς, να πιάσει τα χέρια της και να πει : «Τα νύχια της είναι πολύ μακριά. Θέλουν κόψιμο». Η Κυβέλη βγήκε στη σκηνή και οι ηθοποιοί που έπαιζαν (Μελίνα –Μπλανς, Βασίλης Διαμαντόπουλος – Στάνλεϊ, Τώνια Κάραλη- Στέλλα), δεν πίστευαν στα μάτια τους, όταν την είδαν μπροστά τους γιατί κανείς δεν τους είχε ειδοποιήσει για την αντικατάσταση. Το κοινό φυσικά την αναγνώρισε αμέσως κι άρχισε το σούσουρο. Η Κυβέλη απτόητη πλησίασε την εμβρόντητη Μελίνα, της έπιασε το χέρι και είπε : «Τα χέρια της είναι πολύ μακριά. Θέλουν κόψιμο». Χωρίς να έχει καταλάβει τι είπε, έκανε μια απότομη στροφή και με το φουρό φόρεμά της έφερε κάτω το σκηνικό. Φυσικά η παράσταση διακόπηκε σε αυτό το σημείο, αφού θεατές και ηθοποιοί ξέσπασαν σε ουρανομήκη γέλια και χτυπιόντουσαν μεταξύ τους.. Η Μελίνα γελούσε μια βδομάδα και μετά έπεσε σε μελαγχολία.


(Αυτά πάω και θυμάμαι ο μπόμπιρας, από τα οκτώ χρόνια που έχω ζήσει σκόρπια μέσα στους αιώνες, και μου ήρθε στο μυαλό ακόμα ένας σπουδαίος άνθρωπος. Αν δεν έχετε αγαπήσει ποτέ στη ζωή σας μην πατήσετε εδώ.)

Υποκοριστικά και ακκισμοί

Image Hosted by ImageShack.us

Ο Δημήτρης Χορν σιχαινόταν τους ακκισμούς και τα υποκοριστικά. Θυμάμαι το 1962 που ήμασταν καλεσμένοι στη «Χριστίνα», τη θαλαμηγό του Ωνάση, που ήταν αραγμένη στη γαλλική Ριβιέρα. Έρχεται το γκαρσόνι και μας ρωτάει :
«Θέλετε λίγο νεράκι και λίγο ψωμάκι ακόμα;». Ο Τάκης έκανε μια γκριμάτσα αηδίας.
«Τι έπαθες Τάκη» τον ρώτησα.
«Πιτσιρίκο», μου λέει «δεν μπορώ τα υποκοριστικά. Ποτηράκι, πιρουνάκι κτλ με τρελαίνουν».
«Πρώτη φορά το ακούω αυτό», του είπα απορημένος. «Μήπως είσαι λίγο ιδιότροπος;».
«Όχι, δεν είναι μόνο δική μου ιδιορρυθμία. Και ο Μπενάκης τα σιχαινόταν αυτά. Ο Γιώργος ο Μπενάκης. Είχε πάει στο σπίτι του ένα καινούριος ‘Maitre d’ Hotel’ και του είπανε ‘ Πρόσεξε, ο Μπενάκης δεν θέλει το ποτηράκι, το πιρουνάκι, το πιατάκι, το ψωμάκι’. Και την πρώτη φορά που τον σερβίρισε του λέει : ‘ Θα πάρετε λίγο σπανί Κύριε Μπενή;’».



Αυτό το κωμικό στιγμιότυπο αναφέρεται στο βιβλίο των εκδόσεων «Οδός Πανός», που είναι αφιερωμένο στον Δημήτρη Χορν. Ξέρω πως εμένα κατά βάση με διαβάζουν αγράμματοι άνθρωποι, αλλά αν σας πέσει τυχαία στο κεφάλι από κάνα παράθυρο, ρίχτε του μια ματιά. Έχει και εικόνες.

Πάντως αυτό που δεν πρέπει να χάσετε με τίποτα σήμερα είναι αυτό.

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2005

Τση Μπόχαλης ο ανήφορος

Free Image Hosting at www.ImageShack.us

Δεν γίνεται να είσαι από τη Ζάκυνθο και να μην αγαπάς τους καταραμένους. Για νεκρές γυναίκες έγραφε ο Σολωμός, σε σπίτι με μαύρα έπιπλα τριγυρνούσε ο μαυροφορεμένος Κάλβος. Όποιος πάτησε έστω και για λίγο το πόδι του στο νησί είδε τα αγόρια που δεν γερνάνε ποτέ και τις κοπέλες που πεθαίνουν έφηβες στα εβδομήντα τους, ντυμένες νυφούλες. Άντρες έτοιμοι να τινάξουν τα πάντα στον αέρα για ένα καπρίτσιο της στιγμής και γυναίκες που θα προδώσουν την προδοσία τους χωρίς ενοχές. Βρισιές και προσευχές, μπουνιές και αγκαλιές, αγάπη και μίσος. Όλα μαζί στον ίδιο άνθρωπο - τον άνθρωπο καρτούν. Μέσα στον ελαιώνα θα αγκαλιάσει το κορίτσι του, θα κόψει κατινούλες (άγρια κυκλάμινα), θα της τις προσφέρει, ενώ παράλληλα το μάτι του δεν θα ξεκολλά από τη ρίζα της ελιάς. Εκεί είναι κρυμμένο το μαχαίρι. Το ξέρουν κι οι δυο. Και γελάνε.


Δεν γίνεται να είσαι από τη Ζάκυνθο και να παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά . Ψεύτης, ασεβής και θεοφοβούμενος μαζί, θα παραμένεις εσαεί έκπληκτος με την ισορροπία της ατιμίας σου. Από το κρεβάτι της γυναίκας του αδελφικού σου φίλου μέχρι τον Άγιο είναι πέντε λεπτά δρόμος. Σβήνεις το τσιγάρο σου απέξω και μπαίνεις στο ναό. Θέλεις να δεις το σκήνωμα του Αγίου αλλά είναι φυλαγμένο στην κρύπτη. Παρακαλάς τον επίτροπο του ναού να σε αφήσει να προσκυνήσεις. Είναι φίλος του πατέρα σου – με τον γιο του πηγαίνατε μαζί στο οικοτροφείο. Θα σε αφήσει να προσκυνήσεις. Γρήγορα μόνο Νιόνιο μη μας πάρει κάνα μάτι. Πέφτεις στα γόνατα μπροστά στον απαθή Άγιο και παίζεις θέατρο. Κάνεις το σταυρό σου πισωπατώντας. Μετά βγαίνεις έξω κι ανάβεις τσιγάρο.


Το βράδυ στην «Αρέκια» θα λες στους φίλους σου τα κατορθώματά σου και θα τραγουδάς καντάδες.

Τση Μπόχαλης –τση Μπόχαλης ο ανήφορος
έχει κακό –έχει κακό σεργιάνι
ο που αγαπά μελαχρινή
τον νου του τον εχάνει

Εσύ κοιμά –εσύ κοιμάσαι ήσυχη
και το ‘χεις χου – και το ‘χεις χουφτωμένο
κι εγώ το κακορίζικο
μονάχο παραδέρνω.

Παρασκευή, Ιουνίου 24, 2005

Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου

Image Hosted by ImageShack.us

Ως γνωστόν ο Ανδρέας Λασκαράτος είχε πολλούς εχθρούς. Μια μέρα ένας απ' αυτούς του έστειλε ένα πανέρι γεμάτο κέρατα, υπονοώντας προφανώς πως ο ποιητής είναι «κερατάς». Ο Λασκαράτος του έστειλε πίσω το ίδιο πανέρι γεμάτο με τα πιο ωραία λουλούδια του κήπου του και με ένα σημείωμα που έγραφε: «ο καθένας μας προσφέρει στους άλλους ό,τι έχει σε αφθονία».

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2005

Συμφιλίωση

Τετάρτη βράδυ στην πλατεία Κλαυθμώνος. Φίλοι, μουσικές, μπύρες και γέλια. Κάτω από το Μνημείο Εθνικής Συμφιλίωσης, πάνω στο γρασίδι, κάθονται πολλά νέα παιδιά. Μια κοπελίτσα που μοιάζει με την Ανδριάνα Μπάμπαλη κρατάει μια εφημερίδα και διαβάζει κάτι σε μια άλλη κοπελίτσα που δεν μοιάζει με καμία. Γελάνε. Γελάμε συνωμοτικά με τη Χ., ενώ η Ε. και ο Η. ρωτάνε γιατί γελάμε. «Κοιτάξτε το φεγγάρι», τους λέω και δείχνω ψηλά. Ολόγιομο το φεγγάρι, ολόγιομη και η ψυχή μου. Χτες το βράδυ κάτω από το Μνημείο Εθνικής Συμφιλίωσης κατάλαβα κάτι. Άργησα αλλά το κατάλαβα. Και συμφιλιώθηκα μαζί του.

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2005

Η Γιουροβίζιον είναι πολύ κοντά! (ένα μήνα πίσω)

Image Hosted by ImageShack.us

Όλη η αλήθεια για τη Γιουροβίζιον 2006
του Μιχάλη Στάθη


Ανοίξαμε τον μυστικό φάκελο

Κυρίες και κύριοι τα ψέματα τελείωσαν και η αντίστροφη μέτρηση για την «Γιουροβίζιον 2006», που θα φιλοξενηθεί στη χώρα μας, έχει ήδη αρχίσει αφού μόνο 11 μήνες μας χωρίζουν από τη διοργάνωση που αποτελεί το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αυτή την εβδομάδα η κυβέρνηση θα ανακοινώσει την οριστική της απόφαση για τον τόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού. Επί ένα μήνα υπήρξε διάλογος με τους κοινωνικούς φορείς και τη βάση του κόμματος, ενώ στη διακομματική επιτροπή της Βουλής ακούστηκαν οι απόψεις και των άλλων κομμάτων. Ο Γιώργος Παπανδρέου, με πίστη στο σουηδικό μοντέλο, πρότεινε ο διαγωνισμός να γίνει στην Ουψάλα, αν και δεν ήταν αρνητικός στις υποψηφιότητες του Καιάδα και της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου. Η Αλέκα Παπαρήγα αντιπρότεινε τη Γυάρο και το Στάλινγκραντ, ενώ ο Αλέκος Αλαβάνος παρέμεινε αμετακίνητος στην πρόταση της κεντρικής επιτροπής του Συνασπισμού ο διαγωνισμός να διεξαχθεί στη χωματερή των Άνω Λιοσίων. Επικρατέστερη πόλη για να φιλοξενήσει τη Γιουροβίζιον είναι η Αθήνα, χωρίς να αποκλείονται η Θεσσαλονίκη, το Αγρίνιο και το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Η Θεσσαλονίκη μετά την ανάληψη του 37ου Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού επιδιώκει να διοργανώσει και την 51η Γιουροβίζιον, και ο κ. Παναγιώτης Ψωμιάδης διευκρίνισε πως απαιτεί επίσης να διεξαχθεί στη συμπρωτεύουσα ο γύρος του Λε Μαν και το πατρινό καρναβάλι της Ξάνθης. Η όμορφη νυφούλα του Θερμαϊκού ετοιμάζεται ακόμα να διεκδικήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου και αγώνες της Φόρμουλα ένα, ώστε να αποκτήσει έτσι την απαιτούμενη εμπειρία που θα της επιτρέψει κάποια στιγμή στο μέλλον να διοργανώσει τα βραβεία «Αρίων». Πρόθεση του πρωθυπουργού πάντως είναι να ζητήσει τη μόνιμη διεξαγωγή του διαγωνισμού της Γιουροβίζιον στην Ελλάδα, βαδίζοντας έτσι στα χνάρια του θείου του, του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμανλή, που είχε ζητήσει τη μόνιμη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα που τους γέννησε και πέρσι τους έδωσε τη χαριστική βολή. Σύνθημα της εκστρατείας του κ. Καραμανλή θα είναι το «Υπάρχει καλύτερη Γιουροβίζιον και τη θέλουμε» και τη διεθνή καμπάνια θα αναλάβει ο Σταμάτης Σπανουδάκης συνεπικουρούμενος από τον Τέρη Χρυσό και τον Σεραφείμ Κουλουσούσα.


Όποιος τολμάει ας μας διαψεύσει!


Σύμφωνα πάντως με έγκυρες πληροφορίες του «πιτσιρίκου», η Γιουροβίζιον θα διεξαχθεί τελικά στην Αθήνα και επικρατέστεροι χώροι διεξαγωγής της είναι το Σπίτι της Άρσης Βαρών, το Σπίτι της Πυγμαχίας, το Σπίτι του Μπάντμιντον, το Σπίτι του Λαού και το σπίτι της Ζωζώς Σαπουντζάκη στην Κινέττα που έχει μεγάλο κήπο και χώρο για τα μπαλέτα, τους μεζέδες, το σπάσιμο των πιάτων και τους αναστενάρηδες . Την παρουσίαση του διαγωνισμού θα αναλάβουν από κοινού ο Αλέξης Κωστάλας με την Κατερίνα Στανίση και τον καθηγητή Λιαντίνη, ενώ η Έλενα Παπαρίζου θα ανοίξει τη βραδιά τραγουδώντας ένα ραπ μοιρολόι στα σουηδικά, που θα είναι αφιερωμένο στον Όλαφ Πάλμε και στις φώκιες Μονάχους Καρέτα που ζουν στα Ιμαλάια αλλά δεν το ξέρουν. Την Ελλάδα θα εκπροσωπήσουν η Μαντόνα και ο Θύμιος Καρακατσάνης, συνοδευόμενοι από τριμελές ανδρικό μπαλέτο που θα αποτελείται από τον πατέρα του Άγγελου Χαριστέα, τον παππού της Κατερίνας Ξάνθου και τον Ταρζάν. Το τραγούδι θα είναι μια σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη, του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ και του Τάκη Μουσαφίρη, σε στίχους της Ναταλίας Γερμανού και της Φάνης Πάλλη-Πετραλιά. Τη χορογραφία θα αναλάβει ο Φωκάς Ευαγγελινός και θα βασίζεται στην επιτυχημένη συνταγή «δείξε μπούτι, δείξε κώλο να χαρεί ο κόσμος όλος», χωρίς να λείπουν βέβαια και τα παραδοσιακά ελληνικά στοιχεία, όπως ο χορός της κοιλιάς, η ρουφιανιά, το Ούζο 12 και η μούντζα.





Θέλω να αφιερώσω αυτό το κείμενο με φιλοπατρική αγάπη σε δυο κυρίους, τους οποίους δεν θα κατονομάσω, γιατί αποφάσισα πως από εδώ και πέρα άμεση διαφήμιση θα κάνω μόνο στους bloggers που αγαπάω. Τον πρώτο κύριο τον θαυμάζω, γιατί με ένα κειμενάκι τόσο δα πέτυχε να ενώσει όλη τη μπλογκοκενωνία εναντίον του. Δεν ξέρω πως το κατάφερε - εγώ τόσο καιρό προσπαθώ να το πετύχω, αλλά μόνο κάτι πυροβολημένοι τσιμπήσανε. Τον δεύτερο κύριο τον θαυμάζω επίσης πολύ, γιατί διάβασε όσα σατιρικά έγραψα για τον πρώτο κύριο και νόμισε πως ήταν για την αφεντιά του, με αποτέλεσμα να πάει και να με σβήσει από τα links του. Το βρήκα πολύ παιδιάστικο, χαριτωμένο και γλυκό –θύμωσε μωέ το τσαμένο! Εγώ βέβαια συνεχίζω να τον έχω σε περίοπτη θέση στα links μου και θα σας παρακαλέσω να πηγαίνετε που και που από το ιστολόγιό του και να του γράφετε δυο καλά λογάκια για τα άρθρα του. Ακόμα κι αν δεν το πιστεύετε, κάντε το για μένα. Σας ευχαριστώ από καρδιάς.

Με κούρασε η μοναξιά της κορυφής

Image Hosted by ImageShack.us

Χτες οι επισκέπτες του ιστολογίου μου έφτασαν τους 551 (μέσα σε μια μέρα). Αντί να είμαι χαρούμενος είμαι πολύ στενοχωρημένος. Οι ευθύνες είναι πολύ μεγάλες για τους παιδικούς μου ώμους. Και να φανταστείτε πως τα καλά κείμενα δεν τα "ανεβάζω" - άλλα τα πουλάω για να ενισχύσω το Κόμμα κι άλλα τα χαρίζω σε πολύτεκνους δημοσιογράφους με έλλειμμα έμπνευσης για να ζήσουν τις οικογένειές τους.

Αγαπητοί ...συνιστολόγοι, νομίζω πως σας απέδειξα πως τα πράγματα μπορούν να γίνουν όπως τα θέλουμε, αρκεί να έχουμε λίγο κέφι. Ο "πιτσιρίκος" ουσιαστικά είναι δεν είναι υπόθεση δυο μηνών. Θα ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας για να κάνουμε το super blog που θα αφήσει εποχή και θα ταρακουνήσει τη στέρεα ηλιθιότητα που μας περιβάλλει ή θα καθόμαστε να συζητάμε σαν κλαψομούνες τι έγραψε ο ένας και ο άλλος; Ας με ενημερώσει κάποιος παρακαλώ. Αν είναι να μην κάνουμε τίποτα, καλύτερα να ενδώσω σε μια ωραιότατη πρόταση που έχω και να γίνω κι εγώ ένας μαλάκας όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Πάντα όμως θα με τρώει το γαμώτο. Ευχαριστώ.

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2005

Ο πιτσιρίκος έλαβε ένα e-mail και λύθηκε η παρεξήγηση

Image Hosted by ImageShack.us

Αγαπητέ Πιτσιρίκο,

Αν έχεις την ευχαρίστηση, βάλε αυτό το e-mail στο blog σου για να λήξει το σύστριγγλο και η διαπόμπευσή μου από τη blogger «μπεκάτσα με χλαμύδια στο Λιόπεσι» και τον blogger «εμμηνόπαυση στην Τσαγκαράδα».

Δεν κατάλαβαν οι bloggers τι εννοούσα, γιατί όσο να ‘ναι, είμαι και δυσνόητος ο Ηράκλειτος.

Δεν εννοούσα ότι περιφρονώ την ανωνυμία των bloggers- αυτή είναι δεδομένη και μακάρι να μπορούσα κι εγώ να γράφω ανώνυμα, γιατί ίσως έτσι να μπορούσα να βγάλω και μερικά μαύρα λεφτά. Εννοούσα την ανωνυμία των ανώνυμων, που όντας ανώνυμοι στέλνουν ανώνυμα hate-mail με την ανώνυμη σέσουλα στους άλλους ανώνυμους και φαντάζομαι πόσο οι ανώνυμοι παραλήπτες θα στενοχωριούνται με τα ανώνυμα mail των ανώνυμων και δεν θα τρώνε το φαΐ τους. Έχω υποφέρει κι εγώ στο παρελθόν από διάφορους ανώνυμους τύπους που τους περιφρονώ βαθιά, γιατί κατάφεραν μετά κι έγιναν επώνυμοι και δεν μπορούσα να τους στέλνω ανώνυμα hate-mail, γιατί κι εγώ είμαι επώνυμος και δεν ξέρω αν κατάλαβες τι εννοώ. Αν κατάλαβες, πες μου κι εμένα γιατί έχω καταμπερδευτεί – επώνυμα πάντα.

Όπως βλέπω, μερικοί περιφρονούν και μένα. Δε βαριέσαι –σε λίγο θα περιφρονήσουν και την Ακρόπολη και ίσως μια μέρα ακόμα και το Φλωρινιώτη. Βέβαια Πιτσιρίκο, εσένα σε ξεχωρίζω απ’ όλους αυτούς τους σιχαμένους –όχι από αγάπη αλλά γιατί κάπου πρέπει να το στείλω αυτό το γαμημένο το mail και με το κράξιμο που έχω φάει που να το στείλω; Στον Τ. και στον Μ. που δεν τους διαβάζει κανείς; Μέχρι να πάρουν οι υπόλοιποι bloggers είδηση το mail, θα έχει τελειώσει και το μετρό της Καρδίτσας.

Δεν πουλάω μούρη σε κανέναν. Απλώς εξέφρασα μια γνώμη, γιατί δεν γέμιζε η ρημάδα η σελίδα και είχα μείνει κι από ιδέες. Κι εκεί που καθόμουνα, λέω, δεν γράφω για τους bloggers που είναι και trendy και θα νομίζει η κάθε κυράτσα πως γράφω κάτι περισπούδαστο; Αν την είχα ποστάρει, αντί να τη δημοσιεύσω, σίγουρα η αντιμετώπιση της θα ήταν λιγότερο επιθετική, γιατί σιγά μη με διάβαζε κανείς στο Διαδίκτυο. Άνθρωπος δεν θα την είχε πάρει χαμπάρι.

Στέλνω αυτό το e-mail σε σένα, επειδή είσαι ο μόνος που διαπίστωσε τι εννοώ –προφανώς θα είχες χτυπήσει πρώτα μερικούς μπάφους και θα την είχες ακούσει κανονικά. Πάντως η μαύρη αλήθεια είναι πως το είχα διατυπώσει λίγο ασαφώς, γιατί άλλο σκεφτόμουν, άλλο ήθελα να πω, άλλο ξεκίνησα να γράψω, άλλο έγραψα κι άλλο μου βγήκε τελικά–μπήκε κι ο δαίμων του τυπογραφείου στη μέση, ήρθε και το delivery και καταλαβαίνεις- ελπίζω, γιατί εγώ δεν κατάλαβα Χριστό. Σε εκτιμώ πάρα πολύ, ειδικά μέχρι να το δημοσιεύσεις –μετά σε έχω χεσμένο . Δεν το γράφω στην άθλια φυλλάδα μου, για να μην πάρει κανείς χαμπάρι τι αρλούμπες έγραψα και γίνω ρεζίλι, και δεν το ποστάρω, γιατί δεν ξέρω να κάνω login και ντρέπομαι να ρωτήσω τη Βούλλλα, τη σγουρομάλλλα από τη Θεσσαλλλονίκη που είναι στη γραμματεία. Αποφάσισε εσύ τι θα κάνεις.

Κρίμα πάντως για την παρανόηση. Με χάλασε γιατί ήλπιζα να αλιεύσω τη συμπάθεια των bloggers με την κολακεία στην αρχή και να φτάσω στη χειραγώγηση μετά, ώστε να γεμίζω τη σελίδα μου με τις εξυπνάδες τους και να πουλάω μούρη, κονομώντας παράλληλα. Από την άλλη, σε τέτοιες φάσεις κρίσεως αποκαλύπτονται τα αληθινά πρόσωπα των ανθρώπων που κρύβονται πίσω από μεγάλα ονοματεπώνυμα. Που είναι ασφαλώς πιο ασήμαντα από τα ψευδώνυμα των bloggers.

Σε ευχαριστώ και σε διαβάζω πάντα και παντού –ακόμα και στη χέστρα.

Ice T.



Ice T., τιμή μου να δημοσιεύσω την επιστολή σου. Περιμένω και πρόταση για συνεργασία όμως - μη χαθούμε.




(Στον τίτλο του ιστολογίου που διαβάζετε αυτή τη στιγμή, υπάρχουν δυο επίθετα –όποιος έχει απορίες, υπάρχουν και λεξικά. Ευχαριστώ.)


(Ο ανώνυμος κύριος που ενοχλήθηκε με τη φράση "Δεν το γράφω στην άθλια φυλλάδα μου" δεν ξέρει τι του γίνεται. Η φράση αυτή είναι ίδια και απαράλλαχτη όπως στο αυθεντικό mail. Σε κάθε περίπτωση να τον ενημερώσω πως η "άθλια φυλλάδα" είναι η εφημερίδα που διαβάζω καθημερινά.)

Κυριακή, Ιουνίου 19, 2005

Στο 'πα και στο ξαναλέω, μη μου στέλνεις γράμματα

Image Hosted by ImageShack.us

Anonymous said...

"Σιχαμένοι bloggers σας περιφρονώ βαθιά. Για να σας δείξω την περιφρόνησή μου θα ασχοληθώ μαζί σας. Πως τολμάτε να μη γράφετε το ονοματεπώνυμό σας, τη διεύθυνσή σας, το ΑΦΜ σας, το pin σας, το ζώδιό σας, τον ωροσκόπο σας, τι φαγητό σας αρέσει και να κρύβεστε πίσω από ψευδώνυμα; Ποιοι νομίζετε πως είστε; Ο Καζαντζάκης που υπέγραφε σαν «Ακρίτας», «Κάρμα Νιρβαμή» και «Πέτρος Ψηλορείτης» ή ο Παλαμάς που χρησιμοποιούσε ψευδώνυμα του τύπου «W», «Διαγόρας», «Ονολουλού» και «Φλόρα Μιράμπιλης» ; Πως θα σας εντοπίσουμε για να σας εξαγοράσουμε ή να σας συκοφαντήσουμε; Εγώ έκανα αγώνα για να μπει το όνομά μου στην εφημερίδα -πέντε ανθρώπους ρουφιάνεψα στο αφεντικό μου πριν του πάρω και πίπα για να πάρω τη θέση- πως τολμάτε εσείς να μην θέλετε να δημοσιευτεί το δικό σας;

Εντάξει, αν λέγεστε «Τουρκούτσογλου», να το καταλάβω το ψευδώνυμο. Αλλά γιατί δεν πάτε κι εσείς να το αλλάξετε; Εγώ ξέρω κάποιον που ο πατέρας του πήγε κι άλλαξε το «Τουρκούτσογλου» σε «Βενιζέλος». Αν σας πω που έφτασε ο γιος με το νέο του επίθετο, δεν θα το πιστεύετε. Αλλά πάλι, όλοι «Τουρκούτσογλου» λέγεστε; Γιατί δεν διαλέγετε ένα αρχαιοπρεπές όνομα; Άσχημο είναι το «Αρταξέρξης»; Το λέει και το τραγούδι των Olympians : «πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αρταξέρξης». Παρακαλείται η blogger «Θλιμμένη μπεκάτσα με ίκτερο» να αλλάξει το ψευδώνυμό της σε «Μαρία Παπαδοπούλου» που είναι και πιο σεμνό, ενώ ο blogger «παπουτσωμένο τριζόνι στα Τζουμέρκα» να μετακομίσει στην Αθήνα.


Γιατί δεν βάζετε και τις φωτογραφίες σας μπας και δούμε κάνα μουνί καλό; Εγώ τη φωτογράφιση την έκανα στο Διαμαντόπουλο και μ’ έβγαλε Θεό – χρειάστηκε και το Photoshop βέβαια, γιατί είμαι στραβοχυμένος. Πως τολμάτε να μην πληρώνεστε γι’ αυτά που γράφετε, όταν εγώ έχω φιλήσει κατουρημένες ποδιές με σκοπό να με προσλάβουν σε μια εφημερίδα για να θρέψω τα παιδάκια μου, που ειρήσθω εν παρόδω την κάνουν λαχείο με μερικούς από εσάς, ενώ εμένα που γράφω βαθυστόχαστα και εμβριθή άρθρα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλουν ούτε να με χέσουν; Πως τολμάτε να λέτε πως ο Π. είναι «παπαγαλάκι» και ο Κ. ρουφιάνος; Εντάξει, όλοι τα ξέρουμε αυτά και τα συζητάμε στις παρέες μας, αλλά λέγονται αυτά τα πράγματα; Μήπως είστε δημοσιογράφοι και ντρέπεστε; Αυτό θα το καταλάβαινα απόλυτα. Επίσης πως τολμάτε κάποιοι από εσάς να σας προτείνει δουλειά η εφημερίδα που δουλεύω και να αρνείστε; Ποιοι νομίζετε πως είστε; Εμείς οι δημοσιογράφοι γράφουμε σχεδόν πάντα με ονοματεπώνυμο για να ξέρουν οι άλλοι σε ποιον ανήκουμε και ποιανού συμφέροντα εκπροσωπούμε.

Πρόταση στους bloggers : άμα γουστάρετε να γράφετε ό,τι σας κατεβαίνει στην καρκάλα, χωρίς να παίρνετε γραμμή όπως παίρνω εγώ, να μου πείτε τουλάχιστον τα ονόματα των αφεντικών σας. Μην ανησυχείτε –δεν θα επιδιώξω την απόλυσή σας. Απλά έχω από μικρός ένα βίτσιο : θέλω να μάθω ποιο αφεντικό την έχει πιο μεγάλη, το δικό μου ή τα δικά σας;

Να διευκρινίσω για μια ακόμα φορά πως έγραψα αυτήν την επιστολή επειδή σας περιφρονώ και δεν ασχολούμαι μαζί σας. Είστε τα θρασίμια και τα σκατά του πλανήτη – αν εκλείψετε εσείς, η Γη θα γίνει παράδεισος.

πυρομανές γιουσουφάκι χωρίς σπίρτα

Είμαι δημοσιογράφος με ονοματεπώνυμο και εντελώς χεσμένη την αξιοπρέπεια μου που θέλω να διατηρήσω την ανωνυμία μου.

Πιτσιρίκο σου στέλνω αυτή την επιστολή, γιατί αφενός έχεις μεγάλη αναγνωσιμότητα και αφετέρου μου φαίνεσαι τόσο μαλάκας που μπορεί και να τη δημοσιεύσεις. Άντε και γαμήσου!".




Free Image Hosting at www.ImageShack.us

πιτσιρίκος said...

Θέλω να πω πως διαφωνώ με όλη αυτή τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε προφήτες και bloggers, γιατί είναι εντελώς για τον πούτσο. Από την άλλη, όλη αυτή η σάχλα έχει κι ένα κέφι- βέβαια έπεσε πολύ κοντά στη Γιουροβίζιον και στη σύγκριση υστερεί τραγικά. Την ανώνυμη αυτή επιστολή που έλαβα χτες, τη δημοσιεύω σεβόμενος την εμβληματική για τον δυτικό πολιτισμό ρήση του Βολταίρου, «διαφωνώ με ό,τι λες, αλλά θα υπερασπιστώ το δικαίωμά σου να το λες -αν και σε έχω γραμμένο στ’ αρχίδια μου- επειδή έτσι αποδεικνύεται πόσο πιο έξυπνος από σένα είμαι».


Υ.Γ.1 Παρακαλούνται οι φυλλάδες που δημοσιεύουν κείμενά μου ή αποσπάσματα από τα κείμενά μου χωρίς να έχουν τη συγκατάθεσή μου, να καταθέτουν κάποιο συμβολικό, αλλά και τεράστιο, ποσό απευθείας στο Κόμμα –ένα είναι το Κόμμα.

Υ.Γ.2 Οι bloggers που διάβασα πιστεύουν πως το κείμενο στη σελίδα του Τ. ήταν δικό του. Εγώ λέω πως δεν ήταν. Και το λέω, γιατί μου φαίνεται αδιανόητο να έκανε αυτός αυτό το τσουβάλιασμα. Το κείμενο δείχνει άνθρωπο που δεν μπορεί να κατανοήσει το μέσο. Αν παρ’ όλ’ αυτά κάνω λάθος, εγώ δεν τον περιφρονώ. Η διάθεση για πατρονάρισμα και συμβουλές δείχνουν άνθρωπο ηττημένο που βρίσκεται σε πτώση – αυτούς τους ανθρώπους τους συμπονώ. Θα ήθελα να μάθω όμως. Αν το έγραψε αυτός, θα βάλω τη φωτογραφία του δίπλα σε αυτή του κυρίου Καθηγητή στον τοίχο απέναντί μου. Έτσι, για να θυμάμαι πάντα τι δεν θέλω να γίνω. Ευχαριστώ.



Διάβασα και δημοσίευσα την ανωτέρω επιστολή ακούγοντας τα κάτωθι άσματα:

Να μ’ αγαπάς – Σάκης Ρουβάς
Παντού ΘΑ σε ψάχνω – Γιώργος Χρήστου
Θα ραγίζουν οι καρδιές – Ιωάννα Κουταλίδου


Και φυσικά το cd της Μάρως Λύτρα που μόλις κυκλοφόρησε αλλά και το τελευταίο cd της Δέσποινας Βανδή που θεωρείται πια κλασικό.

Παρασκευή, Ιουνίου 17, 2005

Αναισθησία και νυστέρι το κορμί μου δεν τα ξέρει

Free Image Hosting at www.ImageShack.us

Σε ολόκληρη τη ζωή μου οι εμπειρίες μου από νοσοκομεία ήταν μηδαμινές και κυρίως αφορούσαν διάφορα μικροατυχήματα που είχα στην παιδική μου ηλικία. Δεν είναι ότι δεν χρειάστηκε να μεταφερθώ στο νοσοκομείο και σε μεγαλύτερη ηλικία, αλλά πραγματικά ήταν αδύνατο. Ούτε σαν επισκέπτης σε αγαπημένα μου πρόσωπα που νοσηλεύονταν δεν ήταν δυνατό να πάω. Αν νομίζετε πως φοβάμαι τα νοσοκομεία, κάνετε πολύ μεγάλο λάθος.

Εδώ και δέκα χρόνια πρέπει να κάνω μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Συνεχώς αναβάλλεται αλλά δεν είμαι εγώ υπαίτιος – εγώ θέλω να την κάνω. Πρόσφατα οι πόνοι έγιναν αφόρητοι και οι γονείς μου με μετέφεραν στο νοσοκομείο. Λόγω κάποιων ειδικών συνθηκών, φορούσα μάσκα-Μητσοτάκη και το σώμα μου ήταν καλυμμένο με σεντόνια. Ο γιατρός –ένας κύριος με βαρύ καταρράκτη- απεφάνθη πως η εγχείρηση πρέπει να γίνει αμέσως. Μου εξήγησε τη διαδικασία και του είπα πως είμαι έτοιμος. Θα χρειαζόταν ολική αναισθησία και ήμουν πολύ χαρούμενος γι’ αυτό, αφενός επειδή δεν είχα κάνει ποτέ και ήθελα να δω πως είναι και αφετέρου επειδή θα απαλλασσόμουν επιτέλους από τους πόνους .

Στις δέκα το βράδυ μπήκε στο δωμάτιο μια νοσοκόμα και μου είπε πως θα με ξυρίσει. «Το πρωί ξυρίστηκα» της λέω ανέμελα κάτω από τη μάσκα-Μητσοτάκης που ήταν κι αυτή ξυρισμένη.
«Δεν εννοώ στο πρόσωπο, εννοώ εκεί κάτω» μου είπε, δείχνοντας σίγουρη πως είχε μπλέξει με ηλίθιο.
Καλά, εγώ σε προειδοποίησα σκέφτηκα. Τράβηξε το σεντόνι, με κοίταξε και έπεσε ξερή στο πάτωμα. Πήρα το ξυραφάκι, ξύρισα την περιοχή που υποψιαζόμουν πως είναι η σκωληκοειδίτιδα και μετά πάτησα το κουμπάκι που καλεί τους νοσοκόμους.
Δεν ερχόταν κανείς, οπότε το ξαναπάτησα πιο έντονα. Πριν περάσει ένα λεπτό μπαίνει μέσα μια νοσοκόμα γύρω στο ένα και πενήντα με ξανθά μαλλιά και το σβέρκο του Μάικ Τάισον.
«Τι θέτε;» φωνάζει και καταλαβαίνω πως έχει και τη φωνή του Μάικ Τάισον, μόνο λίγο πιο χοντρή.
«Θέλω να μου αγοράσεις ένα ποδήλατο» της λέω και παίρνει το ύφος του Μάικ Τάισον πριν εξαπολύσει τη φονική γροθιά.
«Η νοσοκόμα λιποθύμησε» της λέω και της δείχνω το πτώμα στο πάτωμα. «Φέρτε ένα φορείο».
«Σιγά μη φέρω φορείο» μου απαντά και αρπάζει την άλλη από το πάτωμα και την περνάει στο σβέρκο της σα να ήταν ελάφι. Μετά έβαλε τα χέρια στη μέση και έφυγε. Νομίζω πως φτάνοντας στην πόρτα έκανε και πριτς.

Το άλλο πρωί, όταν έφτασε επιτέλους η ευλογημένη ώρα του χειρουργείου, πετούσα από τη χαρά μου. Καθόμουν στο κρεβάτι σκεπασμένος μέχρι το λαιμό, φορώντας τη μάσκα-Μητσοτάκης, όταν στο δωμάτιο μπήκε ένας νοσοκόμος με φορείο. Με ρώτησε πως με λένε, του είπα «Μητσοτάκη» και μου έδωσε μια πράσινη ημιδιάφανη ρόμπα.
«Γδυθείτε και φορέστε τη ρόμπα», μου είπε. «Θα σας κατεβάσω στο χειρουργείο».
«Που να γδυθώ;» ρώτησα. Ήμουν σε ένα δωμάτιο με άλλους επτά ασθενείς και δεν υπήρχε παραβάν, ενώ και από το τζάμι μπορούσαν να με δουν οι πάντες.
«Εδώ, πού αλλού;» απάντησε απορημένος ο νοσοκόμος, λες και ήταν αυτονόητο.
Καλά, εγώ σε προειδοποίησα σκέφτηκα και έβγαλα τα ρούχα μου.


Με το που έβγαλα τα ρούχα μου κι έμεινα όπως με γέννησε η μάνα μου –μόνο κάπως πιο μεγάλος- έπεσε μια ξαφνική σιωπή. Πρώτα στο δωμάτιο, αλλά σιγά-σιγά απλώθηκε σε όλο το νοσοκομείο.
«Το σώμα σου είναι πανέμορφο, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο στη ζωή μου. Είσαι σαν θεός», μου λέει ο νοσοκόμος ψελλίζοντας. Όχι ρε πούστη, πάλι τα ίδια σκέφτομαι και ξαφνικά συνειδητοποιώ πως οι υπόλοιποι ασθενείς με κοιτούν με δέος. Βγάζω τη μάσκα-Μητσοτάκης και οι μισοί λιποθυμάνε. Κοιτάω στα τζάμια και είναι μαζεμένο όλο το νοσοκομείο, ενώ η κίνηση στη λεωφόρο έχει σταματήσει από τις καραμπόλες. Οι περισσότεροι σταυροκοπιούνται λες και είδαν την Παναγία στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, λίγο πριν την άλωση.


«Καλά, άμα γίνει η εγχείρηση, εμένα να με χέσεις», γυρνάω και λέω στο νοσοκόμο, αλλά μάλλον δεν με άκουσε γιατί είχε ήδη λιποθυμήσει. Πατάω το κουμπί να έρθουν να τον μαζέψουν με κάνα φορείο, αλλά όσες νοσοκόμες μπήκαν στο δωμάτιο, λιποθύμησαν κι αυτές. Μετά από λίγο άρχισαν να συνέρχονται και να παραμιλάνε. Με τα πολλά σηκώθηκαν και ήθελαν να με αγγίξουν.
«Πίσω και σας έφαγα», τους λέω και άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους για το ποια θα με πάει στο χειρουργείο. Πιάστηκαν μαλλί με μαλλί, και εξτένσιον με εξτένσιον, ενώ παράλληλα έβριζαν σαν τον Λευτέρη Παπαδόπουλο όταν δεν τον παίρνει η κάμερα.
«Εγώ θα τον πάω ρε ξεκωλιάρες» να λέει η μια, «άσ’ τον κάτω μωρή καριόλα εγώ τον είδα πρώτη» να λέει η άλλη.
Στο τέλος άρχισαν να μου δίνουν λεφτά για να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεσή μου. Τα πιο πολλά τα έδωσε μια ξανθιά με κάτι βύζους σαν το υπόστεγο του ΚΤΕΛ. «Εσύ θα με πας» της λέω και δίνω τα τρεισήμισι εκ. ευρώ που είχα μαζέψει στον αδερφό μου για να τα πάει στην τράπεζα.


Βάζω την ημιδιάφανη ρόμπα, αλλά δεν κάλυπτε τίποτα από το φανταστικό μου σώμα. Οι τεράστιες πλάτες μου, οι φοβεροί κοιλιακοί μου, οι γλουτοί μου που θυμίζουν αρχαίο άγαλμα και τα αχαμνά μου, που είναι λίγο πιο μεγάλα από ό,τι στα αρχαία αγάλματα, ήταν σε κοινή θέα. Και βέβαια το θεϊκό πρόσωπό μου ήταν ακάλυπτο, αφού η μάσκα-Μητσοτάκης είχε εν τω μεταξύ βγει σε δημοπρασία και είχε πιάσει 1 εκ. ευρώ. Την «χτύπησε» μια καλοδιατηρημένη ξανθιά 50άρα που νοσηλευόταν επειδή από περιέργεια είχε φάει μια παντόφλα. Τη σκωληκοειδίτιδά μου πρόλαβε να την αγοράσει η προϊσταμένη του ορόφου αφού πρώτα πούλησε 139 οικόπεδα που είχε προίκα από τον μεγαλοτσιφλικά πατέρα της. Για να δούμε, θα γίνει επιτέλους η εγχείρηση;


Κάθομαι στο καρότσι και η ξανθιά με τους βύζους που έκαναν σκιά αρχίζει να το σπρώχνει. Βέβαια όλο και άπλωνε το χέρι της και με πασπάτευε. Γυρνάω θυμωμένος για να της πω να σταματήσει, αλλά με το που βλέπει τα υπέροχα γαλαζοπράσινα μάτια μου που πλαισιώνονται από δυο πανέμορφα γαϊτανόφρυδα λιποθυμάει. Ξεπεζεύω απ’ το καρότσι τη βάζω στη θέση που καθόμουν, τη δένω να μη μου φύγει κι αρχίζω να σπρώχνω εγώ το καρότσι. Στους διαδρόμους οι άνθρωποι λιποθυμούσαν μόλις με αντίκριζαν. Ούρλιαζαν, έσχιζαν τα ρούχα τους και τα κάνανε πάνω τους. Οι πιο ηλικιωμένες γυναίκες μου πετούσαν λουλούδια και χρήματα, ενώ μόνο μια κυρία δεν μου έδωσε καμία σημασία. Ήταν βέβαια τυφλή. Ακολουθώντας τα σήματα στους τοίχους και σπρώχνοντας τα πτώματα δεξιά κι αριστερά με τα απαράμιλλα πόδια μου, έφτασα στο ασανσέρ. Βγαίνουν από μέσα τρεις γιατροί και έξι νοσοκόμες και λιποθυμάνε κι αυτοί. Βάζω το καρότσι με τη νοσοκόμα στο ασανσέρ και κατεβαίνω στο χειρουργείο.

Με το που μπαίνουμε μέσα, το χειρουργείο έγινε το κλουβί με τις τρελές. Οι γιατροί να τσακώνονται για το ποιος θα με πρωτοχειρουργήσει, οι νοσοκόμες να σμπρώχνουν η μια την άλλη για να την πετάξει έξω –χαμός! Με τα πολλά οι πιο δυνατοί υπερίσχυσαν και πέταξαν τους άλλους από τα παράθυρα. Ο χειρούργος μου έδωσε ένα φακελάκι με 6 χιλιάδες ευρώ αλλά δεν μπορώ να σας πω σε ποιο σημείο του θεϊκού κορμιού μου το έκρυψα γιατί μπορεί να έρθετε να μου τα πάρετε. Ξαπλώνω στο κρεβάτι και είναι όλοι από πάνω μου και με κοιτάνε.


«Δεν κάνετε την αναισθησία για να μη σας βλέπω τουλάχιστον» τους λέω αλλά ήταν τόσο συνεπαρμένοι με το θέαμα που δεν άκουγαν τίποτα.
«Να την κάνω μόνος μου να τελειώνουμε;» ρωτάω κάποια στιγμή απηυδισμένος. Βλέπω που δεν μου έδιναν σημασία και παίρνω το πακέτο με τα Dunhill από την τσέπη του γιατρού κι ανάβω ένα τσιγάρο. Κάνω το μισό πακέτο, πίνω και τον ορό κι έχω αρχίσει να βαριέμαι. Αυτοί εν τω μεταξύ από πάνω μου να με βγάζουν φωτογραφίες και να με αγγίζουν τάχα μου τυχαία, ενώ μια νοσοκόμα τραβούσε με την κάμερα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή η αναισθησιολόγος είπε πως δεν μπορεί να κάνει ένεση σε αυτό το σώμα-αριστούργημα και έφυγε. Παραιτήθηκε και τώρα δουλεύει μεταλλωρύχος στο Βέλγιο. Ο γιατρός είπε πως είναι αμαρτία να βάλει νυστέρι και να σημαδέψει το σώμα μου. Παραιτήθηκε κι έγινε κομμωτής σε κρουαζιερόπλοιο με χαρτοπαίκτες και πουτάνες που ανεβοκατεβαίνει το Μισισιπή.


Μετά από μια μικρή σύσκεψη αποφάσισαν να φέρουν λεσβίες γιατρούς και νοσοκόμες για να με χειρουργήσουν. Χάρηκα αλλά η χαρά μου δεν κράτησε πολύ γιατί με το που με αντίκρισαν ξύπνησε ξανά η γυναίκα μέσα τους κι άρχισαν να τραβάνε τα βυζιά τους έχοντας παράλληλα πολλαπλούς απανωτούς οργασμούς. Μετά λιποθύμησαν κι αυτές και έμεινα να κοιτάω το ταβάνι. Ψάχνανε για γιατρούς ευνούχους μπας και γίνει τελικά η εγχείρηση αλλά δεν το έβλεπα πολύ πιθανό. Ήταν η πολλοστή φορά που αντιμετώπιζα αυτή την κατάσταση σε ένα νοσοκομείο και είχα προβληματιστεί. Κάπνισα και το άλλο μισό πακέτο Dunhill και ξαφνικά κατάλαβα πως για να γλιτώσω μια και καλή από το δέος που προκαλούσε το θαυμαστό σώμα μου στους άλλους ανθρώπους μόνο μια λύση υπήρχε : να γίνω γιατρός.






Αγαπητοί φίλοι, εορτάζοντας τις 10.000 επισκέψεις μέσα σε ένα μήνα (το αναφέρω συνέχεια για να σας σπάσω τα νεύρα) θέλω να αφιερώσω αυτό το κείμενο στην Κουρούνα που μου το ενέπνευσε – φυσικά δεν πλησιάζει καν το δικό της κείμενο. Θα παντρευτούμε αν και δεν γνωριζόμαστε, θέλοντας να αποδείξουμε τη σοφία και το χιούμορ των παλαιότερων γενιών που παντρεύονταν αγνώστους, επειδή είχαν βαθιά γνώση πως δεν πρέπει να παίρνουμε τους εαυτούς μας πολύ στα σοβαρά. Δράττομαι της ευκαιρίας για να κάνω μια παρατήρηση. Διαβάζω σε αρκετά ιστολόγια, άγνωστους σε εμένα ανθρώπους, που μέσα από κείμενα και σχόλια με συμβουλεύουν τι να κάνω. Άλλοι φοβούνται μήπως γίνω επαγγελματίας, άλλοι ανησυχούν μήπως είμαι ερασιτέχνης, άλλοι φοβούνται μη χάσω την …αγνότητά μου, άλλοι τη …σεμνότητά μου και γενικά ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του με μια αστική ηθική που παραπέμπει στην υποκρισία του ’60. Δεν νιώθω την ανάγκη να συμβουλέψω κανέναν (αν τη νιώσω υπάρχουν και τα μέιλ – η διακριτικότητα είναι διαχρονική αξία) και καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι νιώθουν ασφάλεια όταν μπορούν να βάλουν ταμπέλες στους άλλους ανθρώπους, αλλά θα πρέπει να δεχτείτε πως απλά κάνω το κέφι μου. Κι αυτό είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ευχαριστώ.






Πέμπτη, Ιουνίου 16, 2005

Χορεύει ο Ροναλντίνιο ζεϊμπέκικο;

Free Image Hosting at www.ImageShack.us

Ευχή και σάμπα

Μετά τη Γιουροβίζιον
και την Πορτογαλία
τώρα το ...βάρος του τσολιά
θα νιώσ’ η Βραζιλία!

Να δώσει η Μεγαλόχαρη
ο Τσιάρτας να σκοράρει
του Ροναλντίνιο το βρακί
ενθύμιο να πάρει.

Δώστε βρε μάγκες το βρακί
στο Μήτσο το Δανίκα
τι σχέση έχει να μας πει
τ' οφσάιντ με το ΙΚΑ.

Αν πιάσει ο Γκούμας τον Κακά
κι ο Γιούρκας τον Μπελέτι
το βράδυ στην Ομόνοια
εγώ εσύ κι η Καίτη.

Μα αν , και ο μη γένοιτο,
μας σκίσει ο Αντριάνο,
έλα σ’ εμένα τζόγια μου
κι εγώ θα σε γλυκάνω!

(Αφιερωμένο στον θείο που φέρεται κιμπάρικα. Γιασάν θείο!)

Τους κοιμίσαμε τους Βραζιλιάνους, και του χρόνου στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα τους κερδίσουμε εύκολα. Είχαν κενά στην άμυνα αλλά δυστυχώς δεν ήταν ποτέ στην άμυνα. Οι δικοί μας δεν κατέβαιναν γιατί, σου λέει, αφού θα ξανάρθουνε αυτοί, γιατί να τρέχουμε εμείς;

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2005

Το όλον ΠαΣοΚ συσκέπτεται

Free Image Hosting at www.ImageShack.us
-Βαγγέλη, η Νέα Δημοκρατία δεν άλλαξε καθόλου.
-Κάνεις λάθος Άκη. Το '77 οι πολίτες έκρυβαν τον "Ριζοσπάστη" μέσα στα "Νέα" - τώρα κοντεύει να συμβεί ακριβώς το αντίθετο.

Πριν το τέλος

Το όνομά μου είναι Κατερίνα. Είμαι 36 ετών και εργάζομαι σαν νοσοκόμα στη μονάδα εντατικής νοσηλείας μεγάλου ιδιωτικού νοσοκομείου της Αθήνας. Στο δωμάτιο 3 βρίσκεται ένας μικροκαμωμένος άντρας 85 ετών. Πεθαίνει.

Βρίσκεται στη ζωή επειδή η οικογένειά του αρνείται να παραδεχτεί το αναπόφευκτο και έχει πολλά χρήματα για να πληρώσει την ακριβή νοσηλεία. Σε αντίθετη περίπτωση θα είχε πεθάνει πριν δυο μήνες.

Χτες στις 6 το πρωί μπήκα στο δωμάτιό του. Κοιμόταν. Έλεγξα τους ορούς, τον καθετήρα και το οξυγόνο. Κοίταξα τα οξύμετρα και τα καρδιογραφήματα . Όλα εντάξει.

Ήμουν έτοιμη να βγω από το δωμάτιο, όταν τον άκουσα να προσπαθεί να μιλήσει. Δεν μου είχε μιλήσει τις τελευταίες τρεις μέρες. Πήγα γρήγορα κοντά του και έσκυψα από πάνω του. Τα μάτια του ήταν κλειστά. Η φωνή του έβγαινε με μεγάλη δυσκολία και οι λέξεις σε απόσταση μεταξύ τους. Καλούσε ανθρώπους.

«Μάνα…»

«Πατέρα…»

«παπα-Πέτρο…»

«Δάσκαλε…»

«Κατερίνα…»

Του έσφιξα το χέρι. «Εδώ είμαι. Τι θέλετε;»

«Οι άλλοι… γιατί… δεν… απαντάνε;»

...





(Σε όσους αγάπησα και δεν θα ξαναγυρίσουν)