Πέμπτη, Νοεμβρίου 24, 2005

Don't laugh at me Argentina




Την περασμένη Κυριακή ξύπνησα νωρίς, στις 12, από ένα τηλεφώνημα της Μ. Μου ανακοίνωσε πως ο Λούης έχει ανοίξει εστιατόριο και πρέπει να πάμε. Δεν γνώριζα ποιος είναι ο Λούης και υπέθεσα πως είναι κάποιος απόγονος του Σπύρου Λούη, καθώς αυτός είναι ο μόνος Λούης που γνωρίζω. Δεν θέλω να σας κοροϊδέψω και να σας πω πως γνωρίζω προσωπικά τον Σπύρο Λούη – μόνο ακουστά τον έχω.

Δώσαμε ραντεβού στο στέκι μου γύρω στις 2. Καθώς κοιτούσα την πρώτη σελίδα του «Βήματος» και προσπαθούσα να καταλάβω ποιος είναι ο ράπερ με το όνομα «Μάκης Τ.», τον οποίο «εξομολογεί ο Ευαγγελάτος», είδα με χαρά να εισέρχεται στο καφέ η Μ., ακολουθούμενη από τον Κ. και την Ε. Η χαρά μου γιγαντώθηκε όταν είδα και την eye droplet, η οποία είναι τόσο όμορφη που σε κάνει να πιστεύεις πως η ζωή είναι μόνο ωραία. Αν κρίνω από την eye droplet, οι κυρίες που έχουν μπλογκ πρέπει να είναι πολύ όμορφες, και ο μόνος λόγος που δεν αναρτούν τη φωτογραφία τους, είναι για να μην τις απαγάγουν.

Επιβιβαστήκαμε σε δυο Πόρσε Καγιέν, διώξαμε τους σωματοφύλακες που μας έχουν επιβάλλει οι γονείς μας, και ξεκινήσαμε για το Μεταξουργείο, όπου ευρίσκεται το εστιατόριο του Λούη. Διασχίζοντας τις φαρδιές λεωφόρους του Θησείου, είδα τον Σ. και την Ι. να μπεκρουλιάζουν έξω από ένα καταγώγιον. Τους προσκάλεσα να έρθουν μαζί μας, ίνα λιγδώσουν το άντερό τους, γιατί ήταν ολοφάνερο πως δεν είχαν φάει εδώ και μέρες και το χνώτο τους μύριζε. Δέχτηκαν μετά χαράς.

Αφού περιπλανηθήκαμε για λίγο στους εξωτικούς δρόμους του Μεταξουργείου, φτάσαμε έμπροσθεν του εστιατορίου. Με έκπληξη είδα πως ο απόγονος του Σπύρου Λούη είχε ονομάσει το κέντρον «El Bandoneon» και όχι «Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου», για παράδειγμα, που θα ταίριαζε καλύτερα στη μνήμη του διάσημου προγόνου του. Τέλος πάντων, δεν το έκανα θέμα.




Εισήλθαμε και αυτό που είδα με αποζημίωσε. Ένα παλιό σιδηρουργείο είχε μετατραπεί σε ένα πανέμορφο bar-restaurant με πολυελαίους, βελούδα και καναπέδες της εποχής του θριαμβευτή του μαραθωνίου του 1896. Ο μπάρμαν και οι σερβιτόροι ήταν ντυμένοι στα ασπρόμαυρα. Η Μ. με σύστησε στον Λούη. Μιλώντας μαζί του συνειδητοποίησα πως τα ελληνικά του ήταν περίεργα – επίσης δεν διέθετε μύστακα, όπως ο διάσημος πρόγονός του. Πάνω που ετοιμαζόμουν να τον ρωτήσω σε πόση ώρα τρέχει την κλασική διαδρομή, τον φώναξε ένας σερβιτόρος. Μας ζήτησε συγνώμη κι απομακρύνθηκε. Στράφηκα στη Μ.

-Γιατί ομιλεί έτσι ο Λούης;
-Μα αφού είναι ξένος.
-Ξένος; Από πού;
-Από την Αργεντινή. Αφού τον λένε «Louis».
-Και ο ήρωας του Μουρσελά στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» Λούης ονομάζετο και ήτο Έλλην.
-Ε, αυτός ο Louis είναι Αργεντίνος.

Πράγματι οι πίνακες στους τοίχους δεν άφηναν καμία αμφιβολία για το ορθόν των λεγόμενών της. Διέκρινα την Εβίτα Περόν και κάτι άλλους που έμοιαζαν με δικτάτορες. Παράλληλα από τα ηχεία ηκούγετο μουσική της Λατινικής Αμερικής. Καθίσαμε σε ένα ωραίο τραπέζι, απ’ όπου είχαμε το προνόμιο να βλέπουμε όλο το χώρο, ενώ παράλληλα ήτο κοντά στας τουαλέτας. Κάθε τραπέζι είχε το όνομα ενός μεγάλου μουσικού του tango – το δικό μας ονομάζετο «Goyeneche». Επέλεξα να καθίσω ανάμεσα στην Μ. και στην eyedroplet, επειδή γνωρίζω πως τρώνε σαν πουλάκια – έτσι θα επωφελούμουν και θα έτρωγα και τα υπολείμματα από τας δικάς τους μερίδας.




Η Ε. γκρίνιαζε στον Κ. γιατί είναι έγκυος και δεν εβολεύετο στην καρέκλα. Αν ενθυμείσθε το κείμενο «Μια βραδιά στα μπουζούκια», έχετε ξαναδιαβάσει για την Ε. Το παιδί της δεν θέλει με τίποτα να έρθει στον κόσμο - είναι ένδεκα μηνών έγκυος. Ήταν δε που ήταν γκρινιάρα, τώρα έχει παραγίνει το κακό.

Μια όμορφη σερβιτόρα με εξαίσιον τύπον μάς έφερε τους καταλόγους και σε λίγο παραγγείλαμε. Δεν πεινούσα πολύ κι έτσι παρήγγειλα μόνον μιαν ποικιλίαν κρεάτων για τέσσερα άτομα. Οι υπόλοιποι παρήγγειλαν διάφορα πιάτα με εξωτικά ονόματα, εκτός από την eyedroplet και την Μ. τας οποίας υποχρέωσα να πάρουν δυο πιάτα που άρεσαν σε εμένα – άλλωστε εγώ θα τα έτρωγα. Επιλέξαμε το κρασί Diego Armando Maradona, διότι το κατάστημα δεν διέθετε κρασί Ernesto Che Guevara. Ενθυμήθην όμως, πως ο παλαίμαχος ταλαντούχος ποδοσφαιριστής έχει μια δερματοστιξία με τη μορφή του μεγάλου επαναστάτη στον βραχίονα του και τουτοιοτρόπως κάμφθηκαν οι αρχικές αντιρρήσεις που εξέφρασα, ως αριστερός που είμαι. Από την άλλη δεν εγνώριζα πως ο Μαραντόνα έχει γίνει πια οινοπαραγωγός και ένιωσα ικανοποίηση, διότι πάντα ανησυχώ για την επαγγελματική αποκατάσταση των ποδοσφαιριστών μετά το πέρας της βραχύχρονης αθλητικής καριέρας τους, μιας και η πολιτεία δεν μεριμνά.

-Δίκιο δεν είχα που σας έφερα εδώ; ρώτησε η Μ.
-Ναι, ναι, είπαμε όλοι μαζί.
-Μετά μπορούμε να χορέψουμε tango, μας ενημέρωσε. Υπάρχει δάσκαλος και δασκάλα.
-Και με φέρατε εδώ τώρα που είμαι με την κοιλιά στο στόμα, είπε με το δίκιο της η Ε., η οποία γνωρίζει όλους τους χορούς, καθώς έχει παρακολουθήσει μαθήματα επί σειρά ετών.
-Αχ, πως μου αρέσει το tango πετάχτηκε η Ι.
-Εμένα μου αρέσει το τσάμικο είπε ο Κ., ο οποίος είναι αντιδραστικός.

Δεν ξεύρω να χορεύω tango. Ενθυμούμαι πως μιαν Κυριακήν απόγευμα ο πατήρ μου εβάλθη να διδάξει αυτόν τον χορόν σε εμένα και τον αδελφόν μου. Επικαλέστηκε την πιθανότητα να γνωρίσουμε εις το μέλλον κάποιες κυρίες με τας οποίας να απαιτηθεί η γνώση του χορού ταύτου. Οφείλω να ομολογήσω πως έκτοτε καμιά κυρία δεν μου εξέφρασε την επιθυμία να χορέψουμε tango. Ως εκ τούτου, το ένα και μοναδικό μάθημα που μας παρέδωσε ο πατήρ μου, δεν ήτο αρκετό ώστε να αποτυπωθούν στην μνήμη μου τα βήματα, καθώς δεν υπήρξε επανάληψις, η οποία ως γνωστόν είναι μήτηρ της μαθήσεως.

Η Mirisol και ο Facundo

Ενώ είχαμε ορμήσει στα ορεκτικά και πιο συγκεκριμένα σε κάτι εκπληκτικάς πίττας με κιμά και ελιές, έκανε την εμφάνισή του ένα νεαρό ζευγάρι και άρχισε να χορεύει. Η κορασίδα ήτο εκπάγλου καλλονής.

-Τι χορός είναι αυτός; ρώτησα τη Μ.
-Tango, μου είπε κοιτώντας με απαξιωτικά.

Οφείλω να ομολογήσω πως χόρευαν διαφορετικά από τον τρόπον που με είχε διδάξει ο πατήρ μου. Ο νεαρός σήκωνε την ντάμαν του ψηλά και τα εξαίσια πόδια της έφταναν σχεδόν στον πολυέλαιον – αυτή τη φιγούρα δεν την θυμόμουν. «Σιγά τον πολυέλαιον» ήθελα να φωνάξω, αλλά από την άλλη είχα και την περιέργεια να δω τι θα γίνει, αν σκάλωναν οι φίνες γάμπες της στις λάμπες.

Μετά το πέρας του χορευτικού ενεφανίσθη μια κυρία, που κάτι μου θύμιζε. Άρχισε να μας διηγείται την ιστορίαν του tango, συνοδευόμενη από έναν κύριον που έπαιζε μπαντονεόν. Αμφότεροι ήταν ενδεδυμένοι με μαύρα ρούχα. Η κυρία τραγουδούσε αισθαντικά και ο κύριος έπαιζε εξαιρετικά.

Η κ. Ζανέτ Καπούγια

-Ωραία η Ζανέτ Καπούγια, μου είπε η Μ.
-Που είναι; ρώτησα εγώ, εποπτεύοντας τον χώρον.
-Μπροστά σου και τραγουδάει.

Βρε την παλιοζανέτ! Α, ώστε αυτή ήταν λοιπόν! Πως είχε αλλάξει έτσι; Η μαλλούπα με τη λεοντοχαίτη είχε δώσει τη θέση της σε ένα κοντό κούρεμα αλά Όντρεϊ Χέμπορν, στο πιο πανκ όμως. Νομίζω πως είχα να τη δω από μια βραδιά σε ένα κέντρον της συμπρωτευούσης, όπου τραγουδούσε μετά του Πασχάλη Τερζή, του Ζαφείρη Μελά και του Σταύρου Φωτιάδη. Ούτε αυτοί δεν θα την αναγνώριζαν. Σκέφτηκα πως θα ήτο άκομψον να της θυμίσω αυτήν την συνεργασίαν της, δια την οποίαν ίσως να μην ήτο υπερήφανη και σκέφτηκα να το κάνω με τρόπο.

-Θα της ζητήσω το «Καίγομαι», είπα στη Μ.
-Ποιο «Καίγομαι»;
-Το τραγούδι του Μάκη.
-Ποιου Μάκη;
-Του Μάκη Χριστοδουλόπουλου.
-Πας καλά; Η γυναίκα τραγουδάει το «Besame Mucho» και θα της ζητήσεις το σκυλοτράγουδο;
-Μα αυτό έλεγε την τελευταία φορά που την είδα. Το έλεγε δε πολύ ωραία, αν θέλεις να ξέρεις.
-Κανόνισε να μας κάνεις ρεζίλι.

Δεν ξεύρω γιατί με αποπαίρνουν έτσι οι φίλοι μου – μάλλον επειδή είμαι πιτσιρίκος. Εν πάση περιπτώσει ήρθαν τα πιάτα μας κι αρχίσαμε να τρώμε. Η eyedroplet, η οποία είναι μικρή σαν κι εμένα, δεν έτρωγε.

-Θέλεις να σε ταΐσω;
-Πιτσιρίκο έχω πονοκέφαλο.
-Αυτό δύναται να συμβαίνει επειδή κάποιος σε βάσκανε.
-Πιστεύεις στο μάτι;
-Την βασκανίαν την παραδέχεται και η επίσημος Εκκλησία.
-Ναι, αλλά εσύ δεν παραδέχεσαι την Εκκλησία.

Η απάντησή της ήτο αποστομωτική και τούτου δοθέντος ανέλαβα να την ξεματιάσω δίχως να λέω τας προσευχάς που προβλέπει η Εκκλησία, αλλά το «Εμπρός της γης οι κολασμένοι» και το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα». Παρ’ όλας τας προσπάθειάς μου, η eyedroplet δεν έγιανε και κατέληξα στο συμπέρασμα πως εκεί στο καλύτερο περιοδικό της χώρας όπου εργάζεται, την έχετε ξεθεώσει στη δουλειά. Κανονίστε λοιπόν την πορείαν σας, γιατί αν έρθω εκεί, θα μάθετε αφενός ποιος είμαι, που σας έχει φάει η περιέργεια, αλλά αφετέρου θα σας κάνω μαύρους στο ξύλο. Να την προσέχετε λοιπόν.

Τη συνόδευσα στην τουαλέταν για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της και με την ευκαιρία επισκέφθηκα τας ανδρικάς τουαλέτας για να ουρήσω το κρασί Diego Armando Maradona. Ενώ ουρούσα κάποιος έκρουσε την θύραν.

-Άλλος, είπα δυνατά. Σκέφτηκα πως αυτό το «άλλος», που λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι πολύ ευγενικό και ίσως θα έπρεπε να φωνάζουμε «έτερος». Από την άλλη και «Αζερμπαϊτζάν» να πεις, αυτός που είναι απέξω το παίρνει το μήνυμα. Εξερχόμενος αντίκρισα έναν γέρο κύριο – θα πρέπει να ήταν πενήντα χρονών. Υπέθεσα πως είναι ο κύριος που καθαρίζει τας τουαλέτας κι έψαξα τις τσέπες μου. Δυστυχώς είχα μόνο οκτώ χαρτονομίσματα των 500 ευρώ. Ο άνθρωπος με παρέκαμψε και εισήλθε στο αποχωρητήριο.

Ο κ. Hector Silva

Επέστρεψα στην θέση μου και συνέχισα να τρώγω, απολαμβάνοντας την όμορφην παρέαν, την θεσπέσιαν τροφήν και την μελωδικήν φωνήν της Ζανέτ Καπούγια. Όταν η Ζανέτ σταμάτησε να άδει το «Piensa en mi», μάς ενημέρωσε πως ανάμεσά μας ευρίσκεται και ο πρέσβης της Αργεντινής με την οικογένειάν του. Γύρισα να κοιτάξω εκεί που κοιτούσαν οι υπόλοιποι και έκπληκτος αντίκρισα τον κύριο που ήταν έξωθεν της τουαλέτας να συντρώγει μετά της κυρίας του και των δυο θυγατέρων του. Αντιπαρήλθα την σκέψιν πως ήμουν έτοιμος να δώσω φιλοδώρημα στον ξένο διπλωμάτη και ένιωσα υπερήφανος που είχα ουρήσει στην ίδια τουαλέτα με τον πρέσβη της Αργεντινής. Αν μάλιστα ήξευρα πως ο κύριος πρέσβης επρόκειτο να ουρήσει μετά από μένα, θα είχα ζητήσει από τον σερβιτόρον έναν μαρκαδόρον για να γράψω επαναστατικά συνθήματα στον τοίχον πάνω από το καζανάκι και να επηρεάσω τουτοιοτρόπως την παγκόσμιαν κοινωνικήν αδικίαν προς θετικήν κατεύθυνσιν.

Παρατήρησα πως σε όλας τας καρέκλας υπήρχε η μορφή του Carlos Gardel, του μεγάλου μουσικού της Αργεντινής. Για την ακρίβεια η μορφή του ήταν παντού μέσα στο κατάστημα – μόνο στο χαρτί της τουαλέτας δεν την εύρισκες. Αφού έφαγα όλο το φαΐ μου, ανέλαβα να φάω και τα σχεδόν ανέγγιχτα πιάτα της Μ. και της eyedroplet.

-Θα το φας όλο; με ρώτησε ο Σ.
-Είναι αμαρτία να πετάς του αποκρίθηκα και τον αποστόμωσα.

Εν τω μεταξύ η ατμόσφαιρα στο El Bandoneon ήταν μαγική, καθώς έξω είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο εσωτερικός φωτισμός ήτο εκπληκτικός. Έβλεπα πια τη ζωή με άλλο μάτι και σε αυτό συντελούσε βέβαια και η άκρατη οινοποσία – αυτός ο Maradona είναι πολύ άξιος τελικά. Ξάφνου στον χώρον εισήλθαν πολλοί άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθισαν στο μπαρ και στους αναπαυτικούς καναπέδες.

-Ποιοι είναι αυτοί, ρώτησα την Μ.
-Οι μαθητές.
-Ποιοι μαθητές;
-Οι μαθητές του tango. Σε λίγο θα χορέψουν.
-Αχ θέλω κι εγώ να χορέψω, είπε η Ι., μπορώ;
-Φυσικά μπορείς, απάντησε η Μ.
-Σ. θα χορέψεις μαζί μου;
-Δεν χορεύω. Να χορέψεις μόνη σου.

Η Ι. μούτρωσε ως παιδίσκη που της έχει επιβληθεί τιμωρία. Δεν ημπορώ να βλέπω μιαν γυναίκαν στενοχωρημένην. Μόλις οι δυο χορευτές εκάλεσαν τους μαθητάς στην πίσταν, σηκώθηκα και την πήρα από την χείραν. Βέβαια πρώτα είχα βεβαιωθεί πως ο κύριος πρέσβης είχε αποχωρήσει. Δεν ήθελα να γίνω ρεντίκολο μπροστά σε κοτζάμ πρέσβη της Αργεντινής. Τον λόγον της αποχωρήσεώς του δεν τον ηξεύρω. Ή θα είχε να παραθέσει κάποιαν δεξίωσιν εις την πρεσβείαν, ή ούτε αυτός γνώριζε να χορεύει tango.

Ο νεαρός χορευτής και η χορεύτρια μας έβαλαν να περπατάμε γύρω-γύρω στην πίσταν – αυτοί κάθονταν στην μέσην και μας κοιτούσαν. Μοιάζαμε ωσάν φυλακισμένοι, που υπό το άγρυπνο βλέμμα των δεσμοφυλάκων, περπατούν στο προαύλιον της φυλακής, για να ξεμουδιάσουν. Το θέαμα θα πρέπει να ήτο πολύ γελοίον, διότι παρατήρησα πως αυτοί που κάθονταν στα τραπέζια γελούσαν μαζί μας. Ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, αλλά η Ι. ήτο ενθουσιασμένη και κώλωσα.

Αφού είχαμε περπατήσει γύρω στα πέντε χιλιόμετρα, μάς έδειξαν την πρώτην φιγούραν. Ένα, δυο, τρία. Ένα δύο τρία. Κάναμε την ίδιαν φιγούραν γύρω στις 500 φορές χορεύοντας με την Ι. γύρω-γύρω. Τα άλλα ζευγάρια μας πατούσαν, αλλά τους πατούσαμε κι εμείς για να μάθουν. Συνειδητοποίησα πως μάλλον ήμασταν οι μόνοι που κάναμε το πρώτο μας μάθημα – όλοι οι άλλοι ήταν ολοφάνερο πως ήξευραν τα βήματα. Ξαφνικά κατάλαβα πως νιώθουν τα αλβανάκια που δεν ξεύρουν ελληνικά στα σχολεία, όταν πάνε οι γονείς των ελληνακίων και λένε στους δασκάλους να τα διώξουν για να προχωρήσουν πιο γρήγορα τα μαθήματα. Ήμουν έτοιμος να καταγγείλω το εκπαιδευτικό σύστημα και τας ρατσιστικάς αντιλήψεις, αλλά οι δυο δάσκαλοί μας επεδείκνυαν απίστευτη υπομονή – μάλλον επειδή κι αυτοί ήταν αλλοδαποί.

Οι δυο χορευτές μάς είπαν να αλλάξουμε παρτενέρ. Βρέθηκα να χορεύω με μια κυρία 65 ετών και η Ι. με έναν κύριο γύρω στα 70 που φορούσε περούκα.

-Ονομάζομαι πιτσιρίκος, είπα στη ντάμα μου.
-Εγώ Ευτέρπη.
-Χαίρομαι δια την γνωριμίαν κυρία Ευτέρπη.
-Κι εγώ κύριε πιτσιρίκο.

Στην επόμενη αλλαγή παρτενέρ προσπάθησα να ευρεθώ πλησίον της δασκάλας, η οποία όπως προανέφερα ήτο καλλονή, αλλά δεν τα κατάφερα διότι ήτο περιζήτητη. Τουναντίον ηυρέθην να στροβιλίζομαι με μιαν ωραίαν μελαχρινήν κυρίαν, η οποία όμως ήτο ανεπίδεκτη μαθήσεως και με πατούσε συνέχεια. Στην επόμενην αλλαγήν παρτενέρ, φρόντισα να αρπάξω την Ι. μέσα από τα χέρια ενός τύπου που έμοιαζε με τον Πέτρον Μαντούβαλον κι έκτοτε δεν χωρίσαμε. Είχαμε μάθει πια τρεις φιγούρες και πηγαίναμε γύρω-γύρω. Η Ι. ήτο ενθουσιασμένη.

-Πολύ μου αρέσει το tango.
-Δεν θέλεις να φας λίγο γλυκό;
-Όχι.

Κατάλαβα πως δεν πρόκειται να ξεμπερδέψω πριν τελειώσει το μάθημα κι έτσι φρόντισα να κάνω ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι. Όταν δεν κοιτούσαν οι δυο δάσκαλοι, έκανα φιγούρες από mambo και disco, ενώ κάθε φορά που περνούσαμε μπροστά από το δικό μας τραπέζι, έπινα κι ένα ποτήρι σαμπάνια. Εν τω μεταξύ παρατήρησα πως μας είχαν σερβίρει και τα γλυκά, αλλά δεν μπορούσα να κρατάω και την Ι. και το πιάτο και το κουτάλι και να χορεύω παράλληλα, οπότε την επόμενη φορά που περάσαμε μπροστά από το τραπέζι μας, είπα στον Σ. να μάς φυλάξουν δυο κομμάτια για να μην τους πάρει ο διάολος τον πατέρα.

Όταν αισθάνθηκα σίγουρος για τον εαυτό μου, κρεμάστηκα από τον πολυέλαιον και πήδησα πάνω στο μπαρ κάνοντας σπαγγάτο. Άρπαξα το μικρόφωνο από τα χέρια της Ζανέτ Καπούγια, που είχε φύγει αλλά δεν έχει σημασία, και είπα στους θαμώνες πως απόψε θα γράψουμε ιστορία. Φτάνει πια η δικτατορία των προσχεδιασμένων βημάτων. Πρέπει να απελευθερώσουμε το tango! Χορέψτε όλοι όπως θέλετε! Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Άλλος χόρευε μπάλλο, άλλος ρούμπα, άλλος τσάρλεστον – η κυρία Ευτέρπη το είχε ρίξει στο χορό της κοιλιάς. Από την περασμένη Κυριακή το tango δεν θα είναι πια το ίδιο κι ας το πάρει επιτέλους χαμπάρι η κυβέρνηση!

Επιστρέψαμε θριαμβευτικά στο τραπέζι μας, κάτω από τις επιδοκιμασίες του πλήθους, που μας έραινε με ροδοπέταλα και μας έβαζε λεφτά στις τσέπες. Η eyedroplet είχε φάει τα γλυκά μας, αλλά τη συγχώρησα γιατί έχω μεγάλη καρδιά.

-Εγώ ήθελα να πάμε για παϊδάκια στη Χασιά, είπε ο Κ.
-Εγώ για ψάρι στη Χαλκίδα, πετάχτηκε ο Σ.

Απαξίωσα να τους απαντήσω, αν και η αλήθεια είναι πως από το πολύ tango είχα κουτουρντίσει εντελώς. Ξαφνικά ένιωσα την επιθυμία να βρεθώ στα μπουζούκια, στο Μάκη. Ξέρετε, εκεί γύρω στις πέντε τα ξημερώματα, όταν ο Μάκης παίρνει τη μπουκάλα με το ουίσκι, τραβάει μια καρέκλα στην άκρη της πίστας, και σε ρωτάει ποιο τραγούδι θέλεις να πει. Όλοι βέβαια θέλουμε το «Απορώ» και το «Δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια», επειδή είμαστε κόκαλο, οπότε τα τραγουδάει ο Μάκης και μετά όλοι μαζί πάμε εκκλησία.

Ζητήσαμε τον λογαριασμόν και τσακωθήκαμε ποιος θα πληρώσει. Ο καθένας μας ήθελε να πληρώσουν οι άλλοι. Ήθελα να πω στον σερβιτόρον να βάλει τα κόκαλα σε μια σακούλα για να ταΐσω τα σκυλιά, αλλά μετά θυμήθηκα πως ούτε το κρέας είχε κόκαλα, ούτε εγώ σκυλιά.

Την ώρα που φεύγαμε, ο ντισκ τζόκεϊ με διαβεβαίωσε πως χόρεψα πολύ ωραία. Εντάξει, ήξερα πως με κορόιδευε, αλλά και τι πειράζει; Βγήκαμε από το «El Bandoneon» και συνέχισα να χορεύω με την Ι. στο δρόμο. Μια καλή παρέα, μερικά μπουκάλια κρασί, εκλεκτοί μεζέδες και συζήτηση, αυτό είναι όλη η ζωή – για μένα τουλάχιστον. Άντε και κάνα tango.


Στον Diego Armando Maradona






Ο κ. Νικόλας Μέστρε


Ο πιτσιρίκος της φωτογραφίας ονομάζεται Νικόλας και είναι ο γιος του ιδιοκτήτη, του κ. Louis Alberto Mestre. Το El Bandoneon είναι ένα νέο εστιατόριο και βρίσκεται στο Μεταξουργείο στην οδό Βιργινίας Μπενάκη 7. Ο χώρος είναι εκπληκτικός και το φαγητό εξαίσιο – το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Επίσης είναι blogger friendly, καθώς μια κυρία εκ των υπευθύνων του El Bandoneon συγγράφει τη διπλωματική της εργασία με θέμα τα blogs. Αγαπητή κυρία χαίρομαι που με διαβάζετε και στην επόμενη επίσκεψή μου θα προσπαθήσω να σας συστηθώ – είμαι ντροπαλός, βλέπετε.


Αγαπητοί αναγνώστες, από σήμερα μπορείτε να σχολιάζετε τα κείμενα, αν επιθυμείτε. Θα βλέπετε τα σχόλιά σας με μικρή καθυστέρηση – ανάλογα με το πόσο απασχολημένος είμαι. Αν κάποιος θέλει να σχολιάσει, αλλά δεν επιθυμεί το σχόλιό του να φαίνεται, δεν έχει παρά να το επισημάνει στο τέλος του σχολίου και θα επιληφθώ του θέματος. Θα παρακαλούσα να μην χρησιμοποιείτε άσχημους χαρακτηρισμούς για άλλους bloggers – με μένα και οποιονδήποτε άλλον έχετε το ελεύθερο. Ευχαριστώ.