Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007

Ξανθή αγαπημένη Παναγιά




Ένα μεσημέρι του περασμένου Αυγούστου, ήμουν με τη Βίβιαν Γιαδικιάρογλου στην Ψαρού, στη Ζάκυνθο. Δεν είχαμε πάει για μπάνιο – είχαμε πάει για να συζητήσουμε για το μέλλον της Αριστεράς. Κάποια στιγμή, εκεί που λιαζόμασταν, μου λέει η Βίβιαν: «Αφέντη, η ξανθιά εκεί δεξιά διαβάζει το βιβλίο σου». Όπα!

Γυρνάω γεμάτος αγωνία αλλά είμαι μύωψ και δεν βλέπω καλά, οπότε δεν βλέπω ούτε την ξανθιά, ούτε το βιβλίο. «Πού; Πού;» της λέω, προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου. «Εκεί, δίπλα στην οικογένεια με τα παιδάκια που ουρλιάζουν. Είναι ακριβώς μπροστά από κει που χέζει το κανίς, δεν την βλέπεις;».

Μισόκλεισα τα μάτια, πήρα το ρεμβώδες ύφος μου, ενεργοποίησα όλες μου τις οπτικές δυνάμεις και την είδα. Ήταν μια ξανθιά γυναίκα, με μαύρο μπικίνι και κρατούσε ένα βιβλίο. «Και πώς ξέρεις ότι είναι το δικό μου βιβλίο;» ρωτάω τη Βίβιαν. Η Βίβιαν ρίχνει μια μπλαζέ ματιά προς τη μεριά της ξανθιάς, γυρνάει προς εμένα και μου λέει ειρωνικά: «Αυτό το κόκκινο βγάζει μάτι. Ξέρεις πολλά βιβλία που να έχουν αυτό το χρώμα;».

Όχι, δεν ήξερα, αλλά ήθελα να βεβαιωθώ. Σηκώνομαι, τεντώνομαι για να μοιάζω τουλάχιστον κοντού αναστήματος και όχι νάνος, ρουφάω την κοιλιά μου και ξεκινάω για να πάω κοντά στο κοινό μου.

Την πλησίασα με το απαράμιλλο στιλ μου – τύφλα να ‘χει ο μίστερ Μπιν- και διαπίστωσα πως όντως διάβαζε το βιβλίο μου. Φούσκωσα από περηφάνια αλλά με πήρε χαμπάρι που την κοιτούσα, οπότε έκανα μεταβολή και επέστρεψα στη Βίβιαν.

«Αυτή η ξανθιά διαβάζει το βιβλίο μου» της λέω δήθεν αδιάφορα. Η Βίβιαν με κοιτάει σα να είμαι καθυστερημένος και μου κάνει «Ναι, αλλά τώρα το βαρέθηκε και μπαίνει στη θάλασσα».

Γυρνάω και τι να δω; Η ξανθιά είχε σηκωθεί και ετοιμαζόταν να βουτήξει. Πραγματικά, ήταν παίδαρος. Τσολιάς. Καλλίπυγος. Ήταν η πιο ωραία γυναίκα στην παραλία – μετά από τη Βίβιαν, βέβαια, που είναι και ιδιαίτερα πνευματικός άνθρωπος. «Τελικά, όλες οι ωραίες εμένα διαβάζουν» λέω στη Βίβιαν.

Είχα πάθει την πλάκα μου. Αμέσως πέφτω στα κινητά να πάρω τον Διονύση τον Μαραθιά να του πω τα νέα. «Έλα, Διονύση. Όλα καλά; Τι, είσαι άρρωστος του θανατά; Καλά δεν πειράζει, μου τα λες άλλη ώρα, εγώ τώρα πήρα να σου πω πως μας διαβάζει η πιο ωραία γυναίκα στην παραλία. Ξανθιά, μακριά μαλλιά με ανταύγειες, ψηλή, κώλος-βυζιά κοιτάνε ουρανό. Ναι ρε, σου λέω, θεογκόμενα».

Έκανε μια χαρά ο Διονύσης, ούτε το Νόμπελ να ‘χαμε κερδίσει. Γιατί τελικά και ο εκδότης, και ο συγγραφέας, και ο blogger, και ο Ελύτης ο ίδιος –ιδιαίτερα ο Ελύτης ο ίδιος- γιατί βγάζουν βιβλία, νομίζετε; Για να τους διαβάζει μια ξανθιά με ωραίους βύζους στην παραλία. Αυτή είναι η φιλοδοξία τους.

Πού να τη δω εγώ την ξανθιά με το μαύρο μαγιό στα blogs; Αυτό είναι και το μόνο μειονέκτημα των blogs. Σε διαβάζουν όλες μέσα στα γραφεία ντυμένες από την κορφή ως τα νύχια. Στα κρυφά. Πού να τις δεις εσύ, να χαρείς λιγάκι σαν πνευματικός δημιουργός που είσαι;

Δεν θέλω να με παρεξηγήσετε - μου αρέσουν τα βιβλία. Όπως μου αρέσουν τα φλίπερ, το τάκα-τάκα, τα δισκάκια 45 στροφών, τα γραμμόφωνα, οι λατέρνες, τα τζουκ μποξ, τα ρολόγια τοίχου, ο αργαλειός, η αριστερή ιδεολογία, οι γραφομηχανές, οι εφημερίδες, έτσι μου αρέσουν και τα βιβλία. Γενικά, αγαπάω πολύ τα ρετρό αντικείμενα και τις αντίκες και κάνω ό,τι μπορώ για να μη χαθούν από προσώπου γης.

Αγαπητέ αναγνώστη –απευθύνομαι σε εσένα γιατί οι αναγνώστριες το γνωρίζουν ήδη-, αν θέλεις να εντυπωσιάσεις μια γυναίκα, δεν έχεις παρά να της χαρίσεις τα βιβλία μου –δεν θα σε ξεχάσει ποτέ. Αντικειμενικά, το καλύτερο δώρο γι’ αυτές τις γιορτές –και για όλες τις επόμενες- είναι τα βιβλία μου. Εγώ μπορεί να κάνω λάθος – η ξανθιά στην Ψαρού αποκλείεται.




Τα βιβλία του πιτσιρίκου κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Μαραθιά. (Τελικά, είναι πολύ ωραίο να έχεις το δικό σου ΜΜΕ. Δεν έχεις ανάγκη κανέναν.)